Gold Cross

Σάββατο, 30 Απριλίου 2011

Η πνευματική εργασία που κάνετε να μην γίνεται αντιληπτή


Η πνευματική εργασία που κάνετε στο βάθος της ψυχής σας να γίνεται μυστικά.

Ό,τι κάνει ο καλός εαυτός μας, να μην το παίρνει είδηση ο κακός «Μη γνώτω η αριστερά σου τι ποιεί η δεξιά σου». «Αριστερά» είναι ο αντίθετος εαυτός μας, που όταν το πάρει είδηση, θα τα χαλάσει όλα. Ο αντίθετος είναι ο κακός εαυτός μας. Νέος είναι ο εν Χριστώ εαυτός μας, ενώ ο άλλος είναι ο παλαιός. Χρειάζεται τέχνη για να μην παίρνει είδηση ο παλαιός. Χρειάζεται τέχνη και κυρίως η Χάρις του Θεού.

Υπάρχουν μερικά μυστικά. Το Ευαγγέλιο μας προτρέπει πως πρέπει να προλαμβάνουμε ορισμένα πράγματα που μας δυσκολεύουν στον αγώνα μας.

Λ.χ. θέλετε να γευθείτε μια χαρά από τον Θεό. Ποιο είναι το μυστικό εδώ; Έστω ότι την πιστεύετε και τη ζητάτε τη χαρά και λέτε «δεν μπορεί παρά να μου τη δώσει ο Θεός». Εκείνος δεν την δίνει. Και αιτία είστε εσείς οι ίδιοι. Όχι ότι ο Θεός δεν θέλει να τη δώσει, αλλά το μυστικό είναι η δική σας απλότης και απαλότης.

Όταν λείπει η απλότης και λέτε: θα κάνω αυτό και ο Θεός θα μου δώσει αυτό που ζητώ, δεν γίνεται.

Απλά, απαλά θα κάνετε το καθετί. Δεν θα κάνετε τίποτα με σκοπιμότητα. Να μη λέτε, θα κάνω έτσι, για να έρθει αυτό το αποτέλεσμα, αλλά θα το κάνετε έτσι απαλά, χωρίς να το ξέρετε. Δηλαδή προσεύχεσθε απλά και δεν σκέφτεστε τι θα χαρίσει ο Θεός μες στην ψυχή σας. Δεν κάνετε υπολογισμούς. Να μην το συζητάτε αυτό με τον εαυτό σας. Όταν λέτε την ευχή, να τη λέτε απαλά, απλά και να μην σκέπτεσθαι τίποτε άλλο παρά μόνο την ευχή.

Η καρδιά σας να είναι απλή, όχι διπλή και ανειλικρινής, αγαθή και όχι πονηρή και ιδιοτελής. Την απλή και αγαθή ψυχή όλοι την επιζητούν, αναπαύονται σε κείνη, την πλησιάζουν χωρίς φόβο, χωρίς υποψία. Και η ίδια ζει με εσωτερική ειρήνη, έχει αγαθή σχέση μ’ όλους τους ανθρώπους και μ’ όλη την κτίση.

Ο αγαθός άνθρωπος δεν έχει πονηρούς λογισμούς, ελκύει την Χάρη του Θεού. Κυρίως η αγαθότητα και η απλότητα ελκύουν τη Χάρη του Θεού. Είναι προϋποθέσεις για να έρθει ο Θεός και «μονήν ευρήσει»

Στην Αγία Γραφή ο λόγος του Θεού μας λέει καθαρά για την απλότητα «αγαπήσατε δικαιοσύνην οι κρίνοντες την γην, φρονίσατε περί του Κυρίου εν αγαθότητι και εν απλότητι καρδίας ζητήσατε αυτών…» (Σοφ. Σολ. 1,1).

Απλότητα και αγαθότητα.

Αυτό είναι το παν, για ν’ αποκτήσετε την Θεία Χάρη. Πόσα μυστικά υπάρχουν στην Αγία Γραφή! «κακότεχνος ψυχή» είναι η κακοφτιαγμένη ψυχή, αυτή που κατασκευάζει το κακό. Ούτε εισέρχεται, ούτε κατοικεί η Θεία Σοφία σε μια τέτοια ψυχή. Όπου υπάρχει διαφθορά και δολιότητα, δεν εισέρχεται η Χάρη του Θεού.

Γέροντας Πορφύριος

Παν δένδρον, μη ποιούν καρπόν καλόν, εκκόπτεται


Κάθε άνθρωπος που έρχεται στον κόσμο χρωστά την ύπαρξή του στο Θεό, που είναι ο χορηγός της ζωής και η πνοή των πάντων. Φέρει σώμα και ψύχη που μοιάζει με αγρό και χωράφι, της οποίας ιδιοκτήτης και καλλιεργητής είναι ο ίδιος ο Θεός. Αυτή την ιδιοκτησία ο Θεός Πατήρ πολύ την αγαπά. Ποτέ του δεν την εγκαταλείπει. Επιθυμεί για τον κάθε άνθρωπο – που είναι πλάσμα της αγάπης Του – να γίνει ένας μυστικός κήπος χαρίτων που να ευωδιάζει τις αρετές του Αγίου Πνεύματος και να παράγει συνεχώς πλούσια πνευματική συγκομιδή. Και επειδή ο άνθρωπος δεν μπορεί από μόνος του να δημιουργήσει κάτι, έρχεται δίπλα του ο Θεός και αναλαμβάνει να γεωργήσει ο ίδιος προσωπικά τον αγρό της ψυχής του. «Ο πατήρ μου ο γεωργός εστί» (Ιω. ιε΄ 1), μας είπε ο Κύριος το βράδυ του Μυστικού Δείπνου. Και η συγκινητική αυτή αλήθεια επιβεβαιώνεται με ισχυρές αποδείξεις.

Πρώτο μέλημα του ουρανίου Γεωργού μας είναι να περιφράξει και ν’ ασφαλίσει τον αγρό της ψυχής μας. Με το Μυστήριο του ιερού Βαπτίσματος απαλλασσόμαστε από την κυριαρχία του διαβόλου. Γινόμαστε μέλη της αγίας Του Εκκλησίας. Έχουμε πλέον κοντά μας το Θεό προστάτη και δίπλα μας τους ουρανίους φωτοειδείς Αγγέλους που μας ασφαλίζουν από κάθε κακό.

Το έδαφος της ψυχής μας είναι πλέον γόνιμο για να δεχτεί τον εκλεκτής ποιότητας θεϊκό σπόρο (Λουκ. η΄ 11). Ο Λόγος του Θεού «ο γλυκύτερος υπέρ μέλι και κηρίον» σπέρνεται άφθονος στις καρδιές μας κάθε φορά που μελετούμε με προσοχή την Αγία Γραφή ή ακούμε κάποιο θείο κήρυγμα.

Με τη ζωοποιό επίδραση των ακτίνων του Αγίου Πνεύματος – στη συνέχεια – ο ουράνιος Γεωργός ενισχύει την ψυχή μας, ώστε ο σπόρος τη αλήθειας να φυτρώσει. Αισθανόμαστε τότε κατάνυξη και συγκίνηση, καθώς παίρνουμε σταθερές αποφάσεις και ξεκινάμε τον ωραίο αγώνα της εφαρμογής του Λόγου του Θεού, που μας οδηγεί στη ζωή του αγιασμού.

Ενδέχεται όμως το μικρό «φυτράδι» ξαφνικά να μαραθεί από εγωισμό ή ραθυμία ή να συμπνιγεί από τα αγκάθια των γήινων μεριμνών και φροντίδων (Λουκ. η΄ 14). Αλλά και τότε παρών ο Γεωργός – Χριστός μας. Μας προσφέρει ως φάρμακο θεραπείας το Μυστήριο της ιεράς Εξομολογήσεως και μετανοίας. Εκεί οι πιστοί καταθέτουμε στο Χριστό τα κρίματά μας, ξεριζώνουμε τα αγκάθια των αδυναμιών, πετούμε τις πέτρες των αμαρτιών μας και ο «αγρός» της ψυχής ελευθερώνεται από την ενοχή. Η φυτεία αποκτά και πάλι τη θαλερότητά της

Και ο Κύριος συνεχίζει να αρδεύει με ζωογόνα νερά την ύπαρξή μας. Με την αγία διδασκαλία των Πατέρων της Εκκλησίας μας και τις σοφές συμβουλές ενάρετων καθοδηγών προφυλάσσει την κάθε ψυχή από τους καύσωνες και τους απειλητικούς ανέμους των αιρέσεων.

Τέλος δε ο ουράνιος Γεωργός φροντίζει και τρέφει τις ρίζες. Αντί άλλου λιπάσματος χορηγεί την υπερφυή τροφή της Θείας Ευχαριστίας, αυτό το Πανάγιο Σώμα του Σωτήρος Χριστού και το Τίμιο Αίμα Του…

Εκτός όμως από τη γενική αυτή φροντίδα και καλλιέργεια των ανθρώπων ο πανάγιος Θεός επιμελείται και την κάθε ψυχή ξεχωριστά με προσωπική καλλιέργεια. Την επισκέπτεται με το πικρό κλάδεμα κάποιας ασθένειας ή άλλης δοκιμασίας πάντοτε κατά την αντοχή του ανθρώπου, προκειμένου η ψυχή να καρποφορήσει αγιότητα, πίστη, υπομονή (δες Ιω. ιε΄ 2). Ύστερα από την τόσο επιμελημένη και άγρυπνη φροντίδα περιμένει ο Κύριος να δει την κάθε ψυχή να είναι «Θεού γεώργιον» (Α΄ Κορ. γ΄ 9), δηλαδή δικό Του χωράφι, που να φέρει καρπό. Να καρποφορεί τις άγιες αρετές που παρουσιάζουν τον άνθρωπο ομοίωμα Θεού. Ωραία σχολιάζει ο υπομνηματιστής: Ο ουράνιος Γεωργός «δεν αρκείται εις τας επικλήσεις Κύριε, Κύριε· ούτε εις υποσχέσεις και αποφάσεις επιπολαίας. Θέλει αι σκέψεις μας, οι λόγοι μας και αι ενέργειαί μας να είναι πάντοτε σύμφωνοι προς το Ευαγγέλιον του φωτός και της αγάπης. Αυτοί είναι οι καρποί τους οποίους εξ ημών ζητεί» (Π. Ν. Τρεμπέλας).

Ναι! έχει απαιτήσεις ο Κύριος, όπως μας το απέδειξε και με την παραβολή της ακάρπου συκής (Λουκ. ιγ΄ 6-9). Τρία ολόκληρα χρόνια φρόντιζε εκείνο το δέντρο με πολλή αγάπη. Και καρπούς δεν έβγαζε. Γι’ αυτό διέταξε τον αμπελουργό να την ξεριζώσει βίαια: «έκκοψον αυτήν», του είπε, «ινατί και την γην καταργεί;». Πρόκειται για την τιμωρία των αμετανόητων και σκληρών και άκαρπων ανθρώπων.

Όσοι αισθανόμαστε ελλείψεις ή ενοχή ας ζητήσουμε συγγνώμη και έλεος από τον καλλιεργητή των ψυχών μας. Και από σήμερα ας συνεργαστούμε μαζί Του και ας αγωνιστούμε με πίστη και με χαρά τον ωραίο μας αγώνα. Γιατί από την καρποφορία εξαρτάται η σωτηρία της ψυχής μας.

Αδελφοί, πρόσχωμεν!

Γιατί «παν δένδρον, μη ποιούν καρπόν καλόν, εκκόπτεται και εις πυρ βάλλεται» (Ματθ. γ΄ 10). Πρόσχωμεν!

ΔΙΗΓΗΣΗ ΠΟΛΥ ΩΦΕΛΙΜΗ ΚΑΙ ΘΑΥΜΑΣΙΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΠΛΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΚΑΡΔΙΑΣ


Διηγήθηκε ένας από τους Αγίους Πατέρες την ακόλουθη ιστορία που άκουσε στην έρημο της Θηβαϊδας. Συνέβηκε κάποτε και πέρασε από την έρημο ένας μεγάλος πνευματικός και στην αρετή περιβόητος. Τότε πολλοί από τους Πατέρες έτρεχαν και εξομολογούντο σ’αυτόν, μεταξύ τους δε πήγε και ένας απλός και άκακος άνθρωπος βοσκός στο επάγγελμα, που δεν ήξερε τι θα πει αμαρτία μόνη του δε επιθυμία ήταν πως να κερδίσει το παράδεισο. Ο πνευματικός τότε του είπε να κρατεί τον ίσιο δρόμο και θα φθάσει στο παράδεισο. Άκακος όπως ήταν ερμήνευσε κατά γράμμα τα λόγια του πνευματικού και περπατώντας τρεις μέρες έφτασε σ’ένα μοναστήρι και στον ηγούμενο τον πόθο του. Από τα λόγια του ο ηγούμενος εννόησε την απλότητα και ακεραιότητα του, τον δέχτηκε στο μοναστήρι και αφού τον έκαμε μοναχό τον έβαλε να «φιλοκαλή» την Εκκλησίαν, δηλαδή τον έκαμε νεωκόρο.

Μια μέρα όταν τον επεσκέφτηκε ο Ηγούμενος και τον νουθετούσε τα αναγκαία για τη σωτηρία του, πήρε και αυτός θάρρος και τον ρώτησε ποιός είναι αυτός που είναι κρεμμασμένος πάνω από το εικονοστάσιο και είναι συνέχεια νηστικός και διψασμένος, μη γνωρίζωντας ότι είναι ο Δεσπότης Χριστός. Αστεϊζόμενος τότε ο Ηγούμενος του είπε πως αυτός ήταν νεωκόρος πρωτύτερα και επειδή αμελούσε το «διακόνημα» του (υπηρεσία) τον ετιμώρησε να κρέμμεται επάνω στο σταυρό. Ο απλός τότε δεν είπε τίποτε, το βράδυ όμως σαν πήρε το φαγητό του, αφού έκλεισε της Εκκλησίας άρχισε να παρακαλεί τον κρεμασμένο να κατεβή να φάνε μαζί. Έβαζε μάλιστα μάρτυρα τον Θεό πως αν δεν κατέβει ούτε αυτός τρώει. Τότε ο πράος και ταπεινός Κύριος αυτός που κάθεται στις καρδιές των πραέων του απάντησε πως φοβάται να κατέβει μήπως το μάθει ο Ηγούμενος και τον τιμωρήσει. Ο απλός όμως και πάλι επέμενε και τότε του φάνηκε πως κατέβηκε και έτρωγαν και συνομιλούσαν μαζί. Αυτό συνέβαινε κάθε βράδυ (ω της πολλής σου φιλανθρωπίας Χριστέ) και ενώ οι άλλοι μοναχοί άκουαν ομιλίες στο ναό, όταν έμπαιναν μέσα έβλεπαν μόνο τον απλό που τους βεβαίωνε πως ήταν μόνος. Τότε έβαλαν ένα μοναχό πολύ αγαπητό στο νεωκόρο ο οποίος κατώρθωσε και έμαθε από τον απλό πως κάθε βράδυ κατεβαίνει ο φαινόμενος κατάδικος και συντρώγουν και του υπόσχεται πως γι’αυτο του το δείπνο, θα τον φιλεύση πλουσιοπάροχα στο σπίτι του πατέρα του. Όταν έμαθε ο ηγούμενός αυτά, κάλεσε τον απλό και αφού τον έπεισε να του πει αυτά που συμβαίνουν , τότε του είπε το επόμενο βράδυ να παρακαλέσει τον φαινόμενο και για τον ηγούμενο και να τον φιλεύση και αυτον στο σπίτι του πατέρα του. Πράγματι ο απλός παρακάλεσε το επόμενο βράδυ για τον ηγούμενο αλλα πήρε απάντηση πως αυτό δεν γίνεται και έτσι να μην τον ενοχλεί γιατί ο ηγούμενος δεν είναι άξιος ούτε για τα ψίχουλα που πέφτουν απ’εκείνο το τραπέζι. Σαν άκουσε το πρωί ο ηγούμενος την απόφαση λυπήθηκε άμετρα, ελπίζοντας όμως στο έλεος και τη φιλανθρωπία του Θεού με κλάματα παρακαλούσε τον απλό να επιμένει και να βιάζει τον αβίαστο να τον δεχθεί και αυτόν στο ουράνιο τραπέζι. Ο απλός συνέχισε να παρακαλεί το επόμενο βράδυ το Δεσπότη Χριστό αλλά ο Κύριος του είπε να μην επιμένει γιατί δεν γίνεται. Τότε η άπλαστη εκείνη ψυχή αποκρίνεται και του λέγει: «καλώς λέγεις ότι δεν είναι άξιος ο Ηγούμενος δια την άνωθεν τράπεζα× αλλά δια το ψωμί όπου μας έθρεφε τόσας ημέρας, όπου αν έλειπεν θα απεθάναμεν από την πείναν, καν δια ταύτην την καλωσύνην του δεν τον δέχεσαι;» Και ο Δεσπότης Χριστός «ας είναι είπε δια την αγάπη σου, και μόνον δια να μη σε λυπήσω, επειδή και τόσην αγάπη και φροντίδα έχεις και μεριμνάς πολύ δια τον πλησίον σου, ειπέ του λοιπόν να διορθωθή καλώς και μετά οκτω ημέρας να έλθητε αμφότεροι εις την ητοιμασμένη χαράν.»

Αφού έμαθε αυτά ο Ηγούμενος χάρηκε, έκαμε την πρέπουσα μετάνοια και αφού κοινώνησε των αχράντων μυστηρίων, αρρώστησε λίγο και παρέδωσε την ψυχή του στο Θεό μετά από οκτώ μέρες. Ο δε απλός εκεί που συνομιλούσε κατά τη συνήθεια με τον αγαπημένο του Δεσπότη πέταξε η μακαρία του ψυχή και μετέβησαν και οι δύο σ’εκείνη την ευτυχισμένη και ατελεύτητη ζωή, την οποία είθε και εμείς «χάριτι Θεού» να απολαύσουμε. Αμήν.

Επιμέλεια Ιερομόναχου ΑΘΑΝΑΣΙΟΥ ΣΤΑΥΡΟΒΟΥΝΙΩΤΟΥ

Από το Μέγα Γεροντικό


Διηγήθηκε κάποιος ότι τρεις φιλόπονοι άνθρωποι, φίλοι μεταξύ τους, έγιναν μοναχοί.
Ο πρώτος διάλεξε σαν έργο του να ειρηνεύει τους ανθρώπους, που είχαν εχθρικές σχέσεις μεταξύ τους, σύμφωνα με τον Ευαγγελικό λόγο: “Μακάριοι οι ειρηνοποιοί”.
Ο δεύτερος να επισκέπτεται τους αρρώστους και ο τρίτος έφυγε για να ησυχάσει στην έρημο.
Ο πρώτος λοιπόν, αν και κόπιασε για να σταματήσει τις διαμάχες των ανθρώπων, δεν μπόρεσε να τους θεραπεύσει όλους και, επειδή έπεσε σε ακηδία, πήγε σ΄ αυτόν που υπηρετούσε τους αρρώστους και τον βρήκε κι αυτόν να παραμελεί το έργο του, καθώς δεν επαρκούσε να εφαρμόσει πλήρως την εντολή.


Συμφώνησαν λοιπόν και οι δύο και πήγαν να δουν τον ερημίτη.
Του εξέθεσαν τη θλίψη τους και τον παρακάλεσαν να τους πει τι κατόρθωσε αυτός.
Εκείνος, αφού έμεινε αμίλητος για λίγο, έριξε κατόπιν νερό στη λεκάνη και τους λέει:

Προσέξτε το νερό.
Ήταν βέβαια ταραγμένο.
Μετά από λίγο τους λέει πάλι:
Προσέξτε και τώρα πώς έγινε το νερό.
Και μόλις πρόσεξαν το νερό, βλέπουν σαν σε καθρέπτη τα πρόσωπά τους.
Τους λέει λοιπόν τότε:
Έτσι είναι κι αυτός που ζει ανάμεσα σε ανθρώπους. Εξαιτίας της ταραχής δεν βλέπει τα σφάλματά του. Όταν όμως ησυχάσει και προπαντός στην έρημο, τότε βλέπει τα ελαττώματα του εαυτού του.

Σήμερα οι άνθρωποι γυρίζουν γύρω από τον εαυτό τους.


Παλιά στην πατρίδα μου, στα Φάρασα, έλεγαν: «Αν έχεις καμμιά δουλειά, μην την αφήνεις για αύριο. Αν έχεις καλό φαγητό, άσ' το για αύριο, μήπως έρθει κανένας μουσαφίρης». Τώρα σκέφτονται: «Να αφήσουμε την δουλειά, μήπως έρθει κανείς αύριο και μας βοηθήσει. Το καλό φα­γητό, ας το φάμε εμείς απόψε!». Οι περισσότεροι σήμερα γυρίζουν γύρω από τον εαυτό τους. Μόνον τον εαυτό τους σκέφτονται. Ας υποθέσουμε ότι βρέχει, γίνεται κα­τακλυσμός. Θα δείτε, οι περισσότερες από σάς θα σκε­φθούν μήπως έχουν ρούχα απλωμένα, να πάνε να τα μα­ζέψουν. Κακό δεν είναι αυτό, άλλα δεν θα πάνε πιο πέρα. Τα ρούχα και να βραχούν, πάλι θα στεγνώσουν. Αυτοί όμως πού αλωνίζουν τι θα γίνουν; Πονάτε γι' αυτούς, για να κάνετε καμμιά ευχή; Ή πέφτουν κεραυνοί- ζήτημα πέντε-έξι ψυχές να θυμηθούν τους καημένους τους γεωρ­γούς ή αυτούς πού έχουν θερμοκήπια. Δεν σκέφτεται δη­λαδή τον άλλον ό άνθρωπος, δεν βγαίνει από τον εαυτό του, άλλα γυρίζει συνέχεια γύρω από τον εαυτό του. Όταν όμως γυρίζει γύρω από τον εαυτό του, κέντρο έχει τον εαυτό του· δεν έχει τον Χριστό. Είναι έξω από τον άξονα πού είναι ό Χριστός. Για να φθάσει να σκέφτεται τον άλλον, πρέπει ό νους του πρώτα να είναι στον Χριστό. Τότε σκέφτεται και τον πλησίον και μετά σκέφτεται και τα ζώα και όλη την φύση. Έχει τον σταθμό του ανοιχτό και, μόλις πάρει το μήνυμα, τρέχει να βοηθήσει. Ά ν ό νους του δεν είναι στον Χριστό, δεν δουλεύει ή καρδιά του, γι' αυτό δεν αγαπάει ούτε τον Χριστό ούτε τον συνάνθρω­πο του, πόσο μάλλον την φύση, τα ζώα, τα δένδρα, τα φυτά. Έτσι όπως κινείσθε, πού να φθάσετε στο σημείο να έχετε επικοινωνία με τα ζώα, με τα πουλιά! Αν πέσει κανένα πουλί από την σκεπή, θα το ταΐσετε. Αν δεν πέσει από την σκεπή, δεν σκέφτεσθε να το ταΐσετε. Εγώ βλέπω τα πουλιά· λέω «θέλουν τάϊσμα, τα καημένα»· ρίχνω ψί­χουλα κ.λπ., βάζω και νεράκι να πιούν. Βλέπω άρρωστα κλαδιά στα δένδρα· αμέσως σκέφτομαι να τα κόψω, για να μην κολλήσουν και τα άλλα. Ή χτυπάει μία πόρτα, ένα παράθυρο, πάει εκεί ό νους μου. θα ξεχάσω τον εαυτό μου, αν μού χρειάζεται κάτι, άλλα θα κοιτάξω την πόρ­τα, το παράθυρο, να μη σπάσει, να μη γίνει καμμιά ζημιά. Παρεμπιπτόντως σκέφτομαι για μένα. Και αν κανείς σκέ­φτεται και πονάει για τα δημιουργήματα, πόσο μάλλον θα σκέφτεται τον Δημιουργό τους! Αν δεν κινείται έτσι ό άνθρωπος, πώς να συντονισθεί με τον θεό;

Έπειτα, και όταν βγαίνετε έξω, ρίξτε καμμιά ματιά γύρω. Μπορεί κάποιος έστω και από απροσεξία ή από κακότητα - εύχομαι κανείς να μην κάνει κακό - κάτι να πετάξει και να βάλει φωτιά· γι' αυτό ρίξτε μία ματιά. Και αυτό στα πνευματικά ανήκει, γιατί και αυτό το βλέμμα έχει αγάπη. Εγώ βγαίνω έξω από το Καλύβι, ρίχνω μία ματιά προς τα κάτω, μία ματιά προς την σκεπή, να δω μήπως μυρίζει καμένο. Άλλο αν έχεις τέτοια πίστη πώς, αν πιάσει φωτιά και κάνης προσευχή, θα σβήσει ή φωτιά. Διαφορετικά, πρέπει να ενεργήσεις. Ή, όταν ακούω κρότο, προσέχω να δω τι είναι· πυροβόλο; άσκηση κάνουν; φουρνέλλο; Ένα και ένα ό νους μου πηγαίνει εκεί, για να κάνω κομποσχοίνι. Όποιος αδιαφορεί για τον εαυτό του, από αγάπη προς τους άλλους, το μεγάλο ενδιαφέ­ρον του Θεού βρίσκεται μαζί του, και όλοι οι άνθρωποι ενδιαφέρονται γι' αυτόν.

Άλλα ή σημερινή γενιά είναι ή γενιά της αδιαφορίας! Οι περισσότεροι μόνο για παρελάσεις είναι! Μην τους πεις, αν συμβεί κάτι, να αμυνθούν! Τώρα όμως και παρε­λάσεις δεν θέλουν! Παλιότερα πήγαιναν στις παρελάσεις, άκουγαν και ένα εμβατήριο, κάτι μέσα τους σκιρτούσε! Σήμερα υπάρχει ένα ρεμπελιό σε μας τους Έλληνες. Βέ­βαια άλλοι λαοί είναι ακόμη χειρότερα, γιατί δεν έχουν ιδανικά. Βλέπεις, οι Έλληνες μπορεί να έχουν ένα σωρό κουσούρια, άλλα έχουν και ένα δώρο από τον Θεό, το φι­λότιμο και την λεβεντιά· όλα τα πανηγυρίζουν. Οι άλλοι λαοί ούτε στα λεξικά τους δεν έχουν αυτές τις λέξεις.

(ΓΕΡΟΝΤΟΣ ΠΑΪΣΙΟΥ ΑΓΙΟΡΕΙΤΟΥ - ΛΟΓΟΙ B΄ - ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΗ ΑΦΥΠΝΙΣΗ)

Βλέπω τι μας περιμένει γι’ αυτό πονάω(Γέροντος Παϊσίου)


Περνούν τά χρόνια καί τι δύσκολα χρόνια! Δεν τελείωσαν τα θέματα. Βράζει το καζάνι. Αν δεν είναι λίγο δυναμωμένος κανείς, πώς θα μπορέσει να αντιμετωπίσει μιά δύσκολη κατάσταση; Ό Θεός δεν έκανε ανεπρόκοπους ανθρώπους. Πρέπει να καλλιεργήσουμε το φιλότιμο. Αλήθεια, Θεός φυλάξει, αν γίνει ένα τράνταγμα, πόσοι θα σταλθούν όρθιοι; Πριν από τον πόλεμο τού '40, στην Κόνιτσα, εκεί πού είχα το μαραγκουδάδικο ήταν ή αγορά καί έφερναν οι χωρικοί καλαμπόκι, σιτάρι κ.λπ. Μερικοί πλούσιοι, τι πλούσιοι, αυτοί δηλαδή πού έπαιρναν κάποιους τόκους από τις Τράπεζες, όταν πήγαιναν οι καημένοι οι χωρικοί το καλαμπόκι στην αγορά, για να το πουλήσουν, αυτοί το κλωτσούσαν με το πόδι καί ρωτούσαν πόσο έχει. Όταν ήρθε ό πόλεμος καί αναγκάσθηκαν να τά πουλήσουν όλα, «καλημέρα» έλεγε ό ένας, «έχεις καλαμπόκι;» ρωτούσε ό άλλος. Γι' αυτό τώρα να ευχαριστείτε τον Θεό για όλα.

Κοιτάξτε να ανδρωθείτε. Σφιχτήτε λιγάκι. Βλέπω τι μας περιμένει, γι' αυτό πονάω. Μην αφήνετε τον εαυτό σας χαλαρό. Ξέρετε τι τραβάνε άλλου οι Χριστιανοί; Στην Ρωσία μέσα στα κάτεργα. Τι δυσκολίες! Που πνευματικά βιβλία! Αφήστε την Αλβανία. Δυστυχία! Δεν έχουν να φάνε. Ούτε Εκκλησίες άφησαν ούτε μοναστήρια. Τά ονόματα τους τά άλλαξαν καί αυτά, γιατί δεν ήθελαν να ακούγονται χριστιανικά ονόματα. Καί στην Αμερική ακόμη, οι Ορθόδοξοι είναι λίγοι, σκορπισμένοι σε διάφορα μέρη, καί ξέρετε τι τραβάνε; Να μην υπάρχει ορθόδοξη κοινότητα, να πηγαίνουν με το τραίνο ώρες μακριά, για να εκκλησιασθούν, να έρχονται στο Άγιον Όρος να συμβουλευθούν για ένα θέμα! Είναι μεγάλη αχαριστία αυτό το χαλαρό πνεύμα πού υπάρχει στην Ελλάδα.

Πόσους Άγιους θα παρουσιάσει ό Θεός στα κράτη πού υπήρχε κομμουνισμός! Μάρτυρες! Εκείνοι είχαν αποφασίσει τον θάνατο. Είχαν μεγάλες θέσεις καί δεν συμφωνούσαν με τους νόμους, όταν ήταν αντίθετοι με τον νόμο του Θεού. «Δεν συμφωνώ! σκοτώστε με! κλείστε με φυλακή!», έλεγαν, για να μην παρασυρθούν καί οι άλλοι. Εδώ πολλοί, χωρίς να ζορίζονται, δείχνουν τέτοια αδιαφορία! Λίγο αν περνούσαν μιά δυσκολία, έναν πόλεμο ή δύσκολα χρόνια, θα ήταν διαφορετικά. Γιατί τώρα είναι σαν να μη συμβαίνει τίποτε. Είναι πώς να το πει κανείς; σαν ένας να έρχεται από την Αυστραλία με το αεροπλάνο την άνοιξη στην Ελλάδα καί να φεύγει από 'δω το φθινόπωρο για την Αυστραλία, οπότε φθάνει εκεί πάλι άνοιξη. Από άνοιξη σε άνοιξη, καί χειμώνα δεν βλέπει, δεν ξέρει ούτε τι γίνεται τον χειμώνα ούτε από κακοκαιρίες ούτε τίποτε.

- Γέροντα, πώς μπορούμε να βοηθήσουμε έναν άνθρωπο αδιάφορο;

- Να του βάλουμε την καλή ανησυχία, να τον προβληματίσουμε, για να θέληση ό ίδιος να βοηθηθεί. Με το ζόρι δεν γίνεται. Πρέπει να διψάει ό άλλος, για να του δώσεις να πιει νερό. Δώσε σε έναν πού δεν έχει όρεξη, να φάει μέ τό ζόρι· θα το κάνει εμετό. Όταν ό άλλος δεν θέλει, δεν μπορώ να του στερήσω την ελευθερία, το αυτεξούσιο.


Ο βλάσφημος Παριανός ψαράς και η Παναγία η Εκατονταπυλιανή


Στο Πίσω Λιβάδι της Πάρου, προπαραμονή Δεκαπενταύγουστου 1931, βρίσκονταν τρεις ομάδες ψαράδων, που ψάρευαν τις νύχτες με τα γρι-γρι στο στενό μεταξύ Πάρου και Νάξου.

Εκείνη τη νύχτα η μία ομάδα έμεινε στο μικρό λιμάνι. Οι ψαράδες το έριξαν στο πιοτό, το πιοτό έφερε το κέφι, κι εκείνο παρεξηγήσεις και βαρείες κουβέντες.

Ούτε την Παναγία δεν σεβάστηκαν οι βλάσφημοι. Του κάκου προσπαθούσαν ο Λιμενοφύλακας και ο μαγαζάτορας του μικρού λιμανιού να τους συγκρατήσουν.

Απότομα ο ουρανός βάρυνε. Η θάλασσα άρχισε να μουγγρίζει. Σε μισή ώρα το κύμα σηκώθηκε βουνό, παρασύροντας το ψαροκάϊκο και τις βάρκες με τις λάμπες, μέχρι πού τις πέταξε σπασμένες στη στεριά. Κατόπιν η θάλασσα γαλήνεψε, κι ένα καΐκι από τη Νάξο φάνηκε να μπαίνει στο λιμανάκι. Ο καπετάνιος του απόρησε βλέποντας τα συντρίμμια στη στεριά.

Πώς έγινε αυτό; ρώτησε. Εγώ ταξίδευα με θάλασσα γυαλί!

Ήταν θαύμα της Παναγίας, εξήγησε ένας από τους ψαράδες του γρι-γρι.

Οι περισσότεροι συμφώνησαν. Δυο-τρεις όμως μίλησαν ειρωνικά κι έδωσαν άλλη εξήγηση:

Ήταν ανεμοστρόβιλος. Καλά πού δεν μας σήκωσε στον ουρανό τις βάρκες.

Ένας μάλιστα, ο Γρηγόρης Λιάκουρας, πρόσθεσε:

Άντε μωρέ, πού ήταν θαύμα! Όρεξη δεν είχε η Παναγιά -να μην τη στολίσω και τώρα- να καταπιάνεται με μας τους ψαράδες.

Αυτά είπε και πήγε να δει τη ζημιά πού είχε πάθει η δική του ψαρόβαρκα. Τη βρήκε σμπαραλιασμένη. Έφτυσε τότε έξαλλος πάνω στα συντρίμμια, βλαστήμησε πάλι την Παναγία και αποσύρθηκε να κοιμηθεί.

Μόλις ξάπλωσε, είδε ολοζώντανη την Παναγία, -σαν σε όνειρο, σαν σε ξύπνιο- να τον πλησιάζει και να τον ερωτά:

Γιατί, παιδί μου, δεν με σέβεσαι;

Τί είν΄ αυτά που μου λες, κυρά μου; θύμωσε εκείνος. Δεν σε ξέρω καθόλου. Πότε δεν σε σεβάστηκα;

Δεν με ξέρεις; Τότε γιατί όλο με βλαστημάς;

Στα λόγια αυτά τινάχτηκε όρθιος. Έκανε να φωνάξει, να τρέξει, αλλά δεν μπορούσε. Τα πόδια του είχαν βυθιστεί ως τα γόνατα στην άμμο. Έκανε τον σταυρό του. Και τότε είδε πάλι, ξεκάθαρα πια, την Παναγία και την άκουσε να του λέει:

Έλα στο σπίτι μου, στην Εκατονταπυλιανή, στην Παροικία της Πάρου. Έλα εκεί να με προσκυνήσεις.

Ο Λιάκουρας έφυγε την ίδια στιγμή σχεδόν τρέχοντας. Έφθασε στην Εκατονταπυλιανή λίγο μετά την ανατολή του ήλιου. Έτρεξε γρήγορα στο εικόνισμα της Θεοτόκου. Στη θεία της μορφή αναγνώρισε τη γυναίκα του οράματός του. Γονάτισε και προσευχήθηκε ώρες ολόκληρες. Ύστερα γύρισε στο Πίσω Λιβάδι. Εκεί διαπίστωσε ένα καινούργιο θαύμα: Οι βάρκες και το ψαροκάϊκο έστεκαν στη στεριά χωρίς καμμία ζημιά!


Ο βλάσφημος ψαράς, Εμφανίσεις και θαύματα της Παναγίας,σελ. 154-156, Έκδοση Εβδόμη, Ιερά Μονή Παρακλήτου, Ωρωπός Αττικής, 2007

Τ΄αναμμένο κάρβουνο και η Μεγαλόχαρη της Τήνου


Το 1915 ο αθηναϊκός τύπος δημοσίευσε ποικίλα θαύματα που συντελέστηκαν από την εικόνα της Μεγαλόχαρης, η οποία είχε μεταφερθεί στην Αθήνα. Η μεταφορά της ιερής εικόνας είχε γίνει για να θεραπευθεί ο βαριά άρρωστος Βασιλιάς Κωνσταντίνος, ο οποίος πράγματι θεραπεύθηκε θαυματουργικά.

Στην πρωϊνή εφημερίδα «Αστραπή» αναγράφεται το ακόλουθο θαύμα, όπως το διηγήθηκε ο έμπορος Δημήτριος Μπουρνιάς, που διατηρούσε κατάστημα στην οδό Αγίου Μάρκου 36:

«Την περασμένη Τετάρτη, 8 Ιουλίου 1915, φιλοξενούσα στο σπίτι μου κάποιο στενό μου φίλο. Το μεσημέρι, ενώ τρώγαμε, του λέω:

Δόξα σοι ο Θεός! Η Μεγαλόχαρη της Τήνου έκανε το θαύμα της και σώθηκε ο Βασιλιάς.

Εκείνος τότε με διέκοψε και ξεστόμισε με ασέβεια:

Δεν βαριέσαι. Αυτό το παλιόξυλο ...; πού έφεραν. Δεν πρόλαβε όμως να τελειώσει τη φράση, κι έπιασε απότομα το λαιμό του σαν να κατάπιε αναμμένο κάρβουνο. Την ίδια στιγμή ένοιωσε δύσπνοια, έχασε τη μιλιά του, ενώ τα μάτια του κοίταζαν έντρομα και παρακλητικά.

Όλοι τότε σηκωθήκαμε να τον βοηθήσουμε, να του φέρουμε νερό, αλλ΄ αυτός δεν δεχόταν τίποτε.

Ξαφνικά μου ήρθε μία έμπνευση. Έτρεξα στο εικονοστάσι, στο διπλανό δωμάτιο, πήρα μία εικόνα της Παναγίας και του την έφερα. Μόλις την αντίκρυσε, γονάτισε αυθόρμητα, άπλωσε τα χέρια και την ασπάσθηκε με ευλάβεια.

Την ίδια στιγμή ένοιωσε θεραπευμένος, και με δάκρυα στα μάτια είπε:

Ο Θεός με τιμώρησε, επειδή βλαστήμησα. Η Μεγαλόχαρη όμως έκανε και σε μένα το θαύμα της».

Πηγή: Θ.Κ. Τίγκα, Ο βλάσφημος, Η εικόνα της Μεγαλόχαρης, Έκδοση β΄, Αθήναι 1963

Ο καρπός μιας νυχτερινής προσευχής


- Δι’ ευχών των αγίων Πατέρων ημών…, η φωνή του Αφυπνιστή* αντήχησε μέσα στην παγωμένη νύχτα του χειμώνα και ταυτόχρονα ένας ρυθμικός χτύπος ακούστηκε στην πόρτα του κελλιού. Ο μοναχός ξύπνησε. Κοίταξε γύρω του. Σκοτάδι απλώθηκε σ’ όλο το κελλί του. Η αμέλεια ρίχνει τα πρώτα βέλη της, για να λαβώσει τον αγωνιστή.

- «Είναι νωρίς ακόμη», του ψιθυρίζει. «Κοιμήσου λίγο να ξεκουραστείς και αργότερα με όρεξη… θα κάνεις τα πνευματικά σου».

Ο μοναχός όμως δε φαίνεται να συμφώνησε με το λογισμό.

- «Αμήν», απαντά αμέσως. Η πρώτη νίκη της νύχτας! Και ταυτόχρονα χαρά μεγάλη στον ουρανό. Οι άγγελοι χειροκρότησαν τον αγωνιστή. Αλλά ο δαίμονας της αμέλειας δεν αποθαρρύνεται.

- «Είναι νύχτα και έχει υγρασία. Πώς θα προσευχηθείς;»

Και είναι αλήθεια πως στον Άθω αυτή την εποχή έχει υγρασία. Το «δι’ ευχών» ακούγεται και πάλι έξω από την πόρτα.

- «Αμήν! Αμήν!», ξαναφώναξε ο Αδελφός. Δεν υπέκυψε στη φωνή του Πονηρού, που προσπαθούσε να τον δελεάσει με την πρόσκαιρη απόλαυση του ύπνου.

- «Ὥρα ἡμᾶς ἤδη ἐξ ὕπνου ἐγερθῆναι», ψέλισσε. Ύστερα επικαλέστηκε τον Κύριο: «Βοήθα με, Θεέ μου, να σηκωθώ». Ο φύλακας άγγελος της ψυχής, που αγρύπνησε όλη τη νύχτα στο κελλί του μοναχού, χαρούμενος τού έδωσε το χέρι, για να τον σηκώσει, κι έτσι ο αδελφός πετάχτηκε ολόρθος επάνω. Φόρεσε το μάλλινο χοντρό σκούφο του και ψηλαφώντας με τα ροζιασμένα χέρια του τους κρύους τοίχους, άναψε με δυσκολία το καντήλι.

Έπειτα σταυροκοπήθηκε με ευλάβεια αργά-αργά κι ατένισε διστακτικά και με φόβο προς το αμόλυντο πρόσωπο του Κυρίου. Ύστερα γύρισε προς την Κυρία του Όρους. Εκεί πήρε η έκφραση του προσώπου του ένα παρακλητικό ύφος. Τέλος στράφηκε και πάλι προς τον Παντοδύναμο με αποφασιστικότητα.

- «Εις το Όνομα του Πατρός και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος…», πρόφερε με τη βραχνή φωνή του και άρχισε την προσευχή του. Αυτό ήταν όλο. Έφυγε ο δαίμων της αμελείας σκυθρωπός και κατησχυμμένος.

Στο εικονοστάσι η εικόνα του Χριστού με το Ευαγγέλιο ανοιχτό. Ο αδελφός δεν μπορεί να διακρίνει τι γράφουν οι σελίδες του, μέσα στο ταπεινό φως του κελλιού του.

- «Θα προχωρήσω κοντά να διακρίνω τι λέει», σκέφτηκε.

«Δεῦτε πρός με πάντες οἱ κοπιῶντες καί πεφορτισμένοι κἀγώ ἀναπαύσω ἡμᾶς…».

«Αν βάλω εγώ ένα βήμα να πλησιάσω την εικόνα Του, θα βάλει κι Εκείνος άλλα εννέα, για να σώσει την εικόνα Του, την πανάθλια ψυχή μου. Αρκεί να δει την προσπάθειά μου. Αν διώξω την αμέλεια, θα μου δώσει προσευχή. Αν διώξω τον ύπνο, θα μου δώσει τη θεία Χάρη Του.

«Μας καλεί ο Χριστός να τον πλησιάσουμε. Να αφήσουμε τα γήινα, τις αναπαύσεις, τις απολαύσεις, τις υπερβολικές μέριμνες, το άγχος, τα πάθη μας, τις μικρότητές μας, τις ατέλειές μας, την οκνηρία μας, τον πόνο, τις θλίψεις μας και να κάνουμε ένα βήμα προς Αυτόν. Αυτό το λίγο, το ένα βήμα που θα κάνουμε, θα το πολλαπλασιάσει. Θα μας ανακουφίσει από ό,τι μας βαραίνει. Θα μας γεμίσει απ’ ό,τι έχουμε ανάγκη. Θα μας λυτρώσει από όποια θλίψη πιέζει την ψυχή και το σώμα μας».

Αυτά μονολόγησε κι έπειτα έμεινε για λίγο σιωπηλός.

Σε λίγο κοίταξε το εικόνισμα. Σαν να συνήλθε από τους λογισμούς του και άρχισε να γυρίζει το κομποσχοίνι. Το κομποσχοίνι μοιάζει με ιμάντα, ο οποίος κινεί τη μηχανή της ψυχής. Συνδέει το σώμα με την ψυχή. Σε λίγο, ενώ τραβούσε ρυθμικά το κομποσχοίνι, άρχισε να σκέφτεται τα ουράνια, να ανεβαίνει σε θεωρίες υψηλές, να σκέφτεται για τον Θεό, για τους Αγγέλους, για τη Δημιουργία του Σύμπαντος, για την Ενανθρώπηση του Λόγου του Θεού, για την Παγκόσμια Ανάσταση όλων στους εσχάτους χρόνους, για τη Δευτέρα Παρουσία, για την Κόλαση και τον Παράδεισο. Θυμήθηκε θαυμαστά γεγονότα που του συνέβησαν παλαιότερα, όπου η Χάρη του Θεού ήταν εμφανής. Έφερε στο νου του αγίους και εναρέτους άνδρες με τους οποίους συναναστράφηκε στο παρελθόν και συλλογίστηκε τον τρόπο με τον οποίο ζούσαν την εν Χριστώ ζωή ο καθένας. Όλα όμως αυτά ήταν εισαγωγικά για την προσευχή του.

- «Θα προσπαθήσω», λέει «να τα αφήσω όλα αυτά και να διώξω κάθε λογισμό». Του ήρθε στο νου η φράση του γέροντος απ’ το Γεροντικό «νουν τηρούμεν».

Συγκεντρώνει το νου του στα λόγια της ευχής του Ιησού «Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησόν με…». Λέει την ευχή αργά, ρυθμικά και με νόημα. Ακόμη όμως δεν αισθάνεται τίποτε το διαφορετικό στην ψυχή του. Τίποτε το θεϊκό. Αν και δεν το ψάχνει με άγχος. Απλά και ήρεμα και ό,τι δώσει ο Θεός. Το μόνο που θέλει είναι να ενώσει το νου του με τον Θεό.

Κάποια στιγμή φαίνεται να επιμένει περισσότερο στην ευχή· αλλά καμιά αλλοίωση στην ψυχική του διάθεση. Κάτι δεν κάνει σωστά, κάτι ξέχασε. Πέρασαν ακόμη λίγα λεπτά, αλλά τίποτε. Τότε θυμήθηκε το γραφικό: «Ὁ Θεός ὑπερηφάνοις ἀντιτάσσεται, ταπεινοίς δε δίδωσι Χάριν». Του ήρθε μάλιστα εκείνη τη στιγμή, σαν αστραπή στο νου, το πάθημα του Αγίου Σιλουανού του Αθωνίτου, που δεν ταπεινωνόταν στην προσευχή του. «Λοιπόν, πρέπει να βάλω τον εαυτό μου κάτω από όλους τους ανθρώπους, σκέφτηκε, αφού τέτοιος είμαι· ο πιο αμαρτωλός άνθρωπος».

Τι το επέκεινα; Δεν παραβλέπει ο Θεός την προσπάθειά του, κι ενώ εκείνος τραβούσε ρυθμικά το κομποσχοίνι, άκουσε Εκείνος τη δέησή του και θέλησε να τον παρηγορήσει. Αφού ταπεινώθηκε τόσο και αγωνίστηκε τόσο, κάμφθηκε η ευσπλαχνία Του. Και τι συνέβη; Άρχισε να γεμίζει η ψυχή του από τη Χάρη του Θεού. Να αγαλλιάζει. Να ηρεμεί. Να λεπτύνεται ο νους του. Αισθάνθηκε στο νου του διαύγεια.

Του έφυγε η νύστα και η οκνηρία. Του ήρθε όρεξη για περισσότερη προσευχή. Μια χαρά ανεκλάλητος πότισε όλες τις φλέβες του. Του ήρθε μια αγάπη για τον Θεό, μια ανεξήγητη και απρόσμενη συμπάθεια προς τον πλησίον, προς όλους τους ανθρώπους. Πέφτει κάτω στο έδαφος, γονατίζει και χύνει δάκρυα· δάκρυα ασταμάτητα. «Ήμαρτον Θεέ μου», κραυγάζει με λυγμούς, «και ουκ ειμί άξιος ατενίσαι εις το ύψος του ουρανού». Δεν μπορεί να πει άλλα λόγια. Το μόνο που κάνει είναι το ότι προφέρει ακαταπαύστως τη μονολόγιστη ευχή του Ιησού. «Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησόν με, Ιησού μου γλυκύτατε»…

Έχει προχωρήσει η νύχτα. Ξάφνου ακούγεται η καμπάνα που προειδοποιεί πως σε λίγο θα αρχίσει η ακολουθία. Δεν κατάλαβε πότε πέρασαν τόσες ώρες. Εγείρεται, και αρχίζει να ετοιμάζεται για τη νυχτερινή ακολουθία. Σε λίγο ακούγεται ο ρυθμικός χτύπος του ταλάντου.

- «Εξεγερθέντες του ύπνου προσπίπτομέν σοι, Αγαθέ…», κάποιος από τους αδελφούς στην Εκκλησία άρχισε να αναγινώσκει το Μεσονυκτικό. Οι Πατέρες ένας-ένας κατεβαίνουν στο καθολικό*. Ανάμεσά τους κι ο αγωνιστής αδελφός. Χαιρετούν τα εικονίσματα. Καταλαμβάνουν τα στασίδια σαν μέλισσες που μπαίνουν στις φωλιές τους. Εκεί θα συνεχίσουν την υπόλοιπη νύχτα πάλι με προσευχή. Το πνευματικό νέκταρ, που απήλαυσαν προ ολίγου στο κελλί τους, αυξάνεται. Αλλάζει χρώμα, γίνεται μέλι, γλυκαίνει το νου και τρέφει την ψυχή. Η ευχή του Ιησού τρέχει συνέχεια στο στόμα τους.

Ο αδελφός όρθιος ατενίζει την εικόνα του Παντοκράτορος στο τέμπλο. Έτσι προσηλωμένος στις θείες θεωρίες, ούτε κατάλαβε πότε έφθασε η ακολουθία στην Απόλυση.

- «Δι’ ευχών των αγίων Πατέρων ημών…». Ο εφημέριος με το βλέμμα προσηλωμένο κάπου βαθιά στο δάπεδο, στα τρία μέτρα, κάνει την απόλυση κι επισφραγίζει τη νυχτερινή ακολουθία. Ο αδελφός εξέρχεται μεταρσιωμένος, κρατώντας μια πνευματική ανθοδέσμη με άνθη ευωδιαστά. Είναι οι καρποί της χθεσινής νύχτας. «Δόξα σοι ο Θεός…», προφέρει το στόμα του και χάνεται μέσα σ’ ένα υπέροχο αγιορείτικο λυκαυγές, που άρχισε να απλώνει στον ορίζοντα τα θαυμάσια χρώματά του…

ελάχιστος μοναχός Α.Κ.
Άγιον Όρος
Από το περιοδικό “Η Δράση μας

Τι είναι μετάνοια και εξομολόγηση.Γιατί να εξομολογούμαστε;


Τι είναι μετάνοια;


Η μετάνοια έχει ονομαστεί από τους Πατέρες της εκκλησίας «δεύτερο βάπτισμα» ή «ανανέωση του βαπτίσματος». Με το πρώτο βάπτισμα, αρχίζουμε μια πορεία προς τη βασιλεία του Θεού. Η αγάπη του Θεού -; Πατέρα μας, γνωρίζοντας την ανθρώπινη αδυναμία μας και το ενδεχόμενο της πτώσης μας, μάς έδωσε το δεύτερο βάπτισμα, την μετάνοια, με την οποία ο άνθρωπος μπορεί να ξανασηκωθεί από την πτώση του, να γιατρέψει τις πληγές του και να συνεχίσει την δύσκολη πορεία του. Δυστυχώς πολύ λίγοι γνωρίζουμε τι σημαίνει μετάνοια και ποιο είναι το βαθύτερο νόημά της. Οι περισσότεροι όχι μόνο δεν γνωρίζουμε τι είναι μετάνοια, αλλά ούτε και για ποιο πράγμα πρέπει να μετανοήσουμε.
Η μετάνοια δεν είναι, όπως νομίζουμε, μια νομική διαδικασία, που απαλλάσσει τον άνθρωπο από κάποια αισθήματα ενοχής. Ούτε είναι μια τυπική εξομολόγηση, που κάνει κανείς πριν τις μεγάλες γιορτές ή κάτω από σκληρές ψυχολογικές συνθήκες. Η στάση και η πορεία του ασώτου δείχνει κάτι άλλο.
Όπως το λέει η λέξη, μετάνοια (μετα-νοώ) σημαίνει την ολοκληρωτική αλλαγή ζωής, την άρνηση, με όλη μας την καρδιά, της αμαρτίας, την αλλαγή νοοτροπίας. Δηλαδή, να νοιώσουμε με όλη μας την ύπαρξη, ότι ο δρόμος που ακολουθούμε δεν πάει πουθενά, και να θελήσουμε να επιστρέψουμε. Να αισθανθούμε ότι ζούμε σ'; έναν αχυρώνα, έξω από το σπίτι του πατέρα μας, και να πούμε: «Πού πάμε; Τρελλαθήκαμε; Εδώ ο πατέρας μας έχει παλάτι, όπου όλοι ευφραίνονται, και μεις καθόμαστε στον βούρκο;» Κι έπειτα να αποφασίσουμε να γυρίσουμε, να ξαναμπούμε στο πατρικό σπίτι, να συμφιλιωθούμε με τον Θεό -; Πατέρα και τους αδελφούς μας.
Για νά ναι αληθινή η μετάνοια, θα πρέπει νά ναι έμπρακτη. Λέει ο Άγιος Κοσμάς ο Αιτωλός: «Όλοι οι πνευματικοί, οι Πατριάρχες, οι Αρχιερείς κι όλος ο κόσμος να σε συγχωρήσουν, είσαι ασυγχώρητος, εάν δεν μετανοήσεις έμπρακτα». Εάν, δηλαδή, δεν θελήσουμε να απομακρυνθούμε, από την αμαρτία και να αλλάξουμε ζωή, τότε η μετάνοιά μας δεν είναι αληθινή. Δεν είναι καν μετάνοια.
Πολλοί προσέρχονται στην εξομολόγηση με ενθουσιασμό, κάτω από το βάρος ψυχολογικών ή άλλων προβλημάτων. Εξομολογούνται με δάκρυα και υποσχέσεις, ότι από τώρα και στο εξής δεν θα ξαναγυρίσουν στην αμαρτία, ότι αποφάσισαν να αλλάξουν ζωή κλπ. Κάτι τέτοιο μπορεί να μην έχει σχέση με τη μετάνοια και πρέπει να μας βάλει σε υποψίες. Γιατί η μετάνοια δεν είναι πυροτέχνημα. Χρειάζεται χρόνο, κόπο, άσκηση, αγώνα κάτω από την χάρη του Θεού. Και πραγματώνεται με υπομονή και μυστικά στην ψυχή του ανθρώπου. «Ως αν άνθρωπος βάλη τον σπόρον επί της γης και καθεύδη και εγείρεται νύκτα και ημέρα, και ο σπόρος βλαστάνει και μηκύνηται ως ουκ οίδεν αυτός, αυτόματη γαρ η γη καρποφορεί». Δηλαδή, «σαν τον άνθρωπο που σπέρνει τον σπόρο στη γη, κομάται τη νύκτα και ξυπνάει την ημέρα, κι ο σπόρος βλασταίνει κι αυξάνει με τρόπο που ο ίδιος δεν ξέρει. Η γη καρποφορεί από μόνη της». (Μαρκ. Δ. 26-28).
Τέλος, η μετάνοια είναι έργο της θείας χάρης. Ο άνθρωπος ζώντας στο σκοτάδι της αμαρτίας και αγνοώντας την ωραιότητα της θείας ζωής, δεν μπορεί να καταλάβει τη διαφορά μεταξύ της ανθρώπινης ζωής και της θεανθρώπινης ζωής. Μόνον όταν η θεία χάρη ρίξει στην καρδιά του τον σπόρο της θείας αγάπης, μπορεί να δει την πνευματική του ερήμωση. Το φως του ήλιου, όταν εισέρχεται μέσα στο σκοτεινό δωμάτιο, αποκαλύπτει τα πάντα. Έτσι, όταν η χάρη του Θεού φωτίσει τις ψυχές μας, τότε βλέπουμε την εσωτερική ερήμωση, τα πάθη, τις αμαρτίες μας. Γι'; αυτό και οι άγιοί μας, τόσο έντονα ζητούσαν από τον Θεό: «Δώρησαί μοι μετάνοιαν ολόκληρον». Γιατί αυτή η αληθινή μετάνοια είναι ο ασφαλής δρόμος που οδηγεί στη βασιλεία του Θεού.

Τι είναι εξομολόγηση;

Αν η μετάνοια είναι το πρώτο μέρος του μυστηρίου, το δεύτερο είναι η εξομολόγηση. Δηλαδή, η ενώπιον του πνευματικού ομολογία των αμαρτιών μας. Όπως για τη μετάνοια, έτσι και για την εξομολόγηση, υπάρχει μεγάλη άγνοια και παρεξήγηση. Ο πνευματικός τις περισσότερες φορές νοιώθει ότι αυτό που επιτελεί είναι μια παρωδία μυστηρίου.
Πολλοί, πχ, νομίζουμε ότι η εξομολόγηση είναι μια φιλική συζήτηση, ή μια τυπική εξαγόρευση κάποιων αμαρτιών. Αυτό όμως ποια σχέση έχει με το μυστήριο της μετάνοιας; Αν εξετάσουμε και τα κίνητρα που οδηγούν πολλούς από μας στην εξομολόγηση και πάλι θα απογοητευτούμε. Άλλοι πηγαίνουμε για να βρούμε κάποια ανακούφιση ή για να απαλλαγούμε από τις ενοχές μας. Άλλοι από το φόβο της «τιμωρίας» από τον Θεό. Άλλοι από καθήκον ή από έθιμο, όπως κάνουμε οι περισσότεροι πριν τις μεγάλες γιορτές για να κοινωνήσουμε, συνδέοντας την εξομολόγηση με την θεία κοινωνία. Όλα αυτά όμως, ελάχιστη ή καθόλου σχέση έχουν με την εξομολόγηση και την μετάνοια.
Ας το πούμε με απλά λόγια: Εξομολόγηση είναι το άδειασμα του δηλητηρίου. Όταν κανείς πιεί δηλητήριο, δεν υπάρχει άλλη λύση. Το ίδιο και η εξομολόγηση. Εκεί βγάζουμε το δηλητήριο της αμαρτίας. Διαφορετικά θα οδηγηθούμε στον θάνατο.
Και για να χρησιμοποιήσουμε μιαν άλλη εικόνα: Όπως στον γιατρό δείχνουμε τις πληγές μας, αναφέρουμε τους πόνους, τις ενοχλήσεις, τις αρρώστιες μας δίχως να κρύψουμε τίποτα, έτσι και στην εξομολόγηση. Ξεγυμνώνουμε την ψυχή μας, ομολογούμε την αρρώστια μας και τον προσωπικό μας πόνο. Αν αυτό δεν γίνει θα μείνουμε αθεράπευτοι. Οι πληγές θα μεγαλώσουν, η μόλυνση και η σήψη θα προχωρήσουν, η αρρώστια θα συνεχίσει να υπονομεύει την ύπαρξή μας και αργά ή γρήγορα θα μάς οδηγήσει στον θάνατο.
Απ'; όλα αυτά, καταλαβαίνουμε ότι ο Θεός δεν έχει ανάγκη την δική μας εξομολόγηση. Εμείς την έχουμε ανάγκη. Όταν, δηλαδή, εξομολογούμαστε, δεν κάνουμε... χάρη του Θεού, όπως πολλοί νομίζουν. Άλλο βέβαια αν ο Θεός σαν πατέρας περιμένει πάντα με πολλή αγάπη την δική μας επιστροφή.
Στο σημείο αυτό, είναι ανάγκη να υπογραμμίσουμε το εξής: Αν σε άλλες χριστιανικές ομολογίες, η εξομολόγηση είναι μια απρόσωπη νομικίστικη εξαγόρευση, πίσω από κάποιο παραβάν, στην Ορθόδοξη εκκλησία μας, η εξομολόγηση συνδέεται άμεσα με την πνευματική πατρότητα, την πνευματική καθοδήγηση και την προσωπική σχέση. Πολλοί, πχ, εξομολογούνται περιστασιακά, όπου βρουν πνευματικό και κάθε φορά σε διαφορετικό ιερέα. Συμβαίνει όμως κι εδώ ό,τι και με τις σωματικές αρρώστιες. Αν κάθε φορά αλλάζουμε γιατρό, τότε η θεραπεία δεν μπορεί νά ναι πλήρης. Ο μόνιμος πνευματικός μας είναι αυτός που γνωρίζει το «ιστορικό» μας, την πορεία μας, τις προηγούμενες πτώσεις μας και μπορεί να μάς βοηθήσει αποτελεσματικά.
Άλλοι πάλι τό χουν «δίπορτο». Έχουν τον πνευματικό τους, αλλά όταν συμβεί κάτι βαρύτερο, επειδή ντρέπονται, αποφεύγουν να του το εξομολογηθούν και πηγαίνουν σε κάποιον άλλον. Μια τέτοια όμως ενέργεια είναι παιδαριώδης και εμπαιγμός του μυστηρίου. Δείχνει πόσο μακριά βρισκόμαστε από την αληθινή μετάνοια.
Είναι λοιπόν απαραίτητο να επιδιώξουμε να αποκτήσουμε έναν πνευματικό πατέρα, με τον οποίον θα δημιουργήσουμε μια πνευματική σχέση. Έτσι και η πορεία μας θα είναι ασφαλέστερη. Βεβαίως υπάρχουν περιπτώσεις που επιβάλλεται να αλλάξουμε πνευματικό. Αυτό όμως θα πρέπει να γίνει με πολλή προσοχή, διάκριση και κυρίως μετά από προσεκτική εξέταση των βαθύτερων κινήτρων μας. Να ψάξουμε, δηλαδή, μέσα μας να εντοπίσουμε τα βαθύτερα αίτια και να βρούμε γιατί θέλουμε να αλλάξουμε πνευματικό.



(Από το βιβλίο "Μετάνοια και εξομολόγηση: Επιστροφή στο Θεό και στην Εκκλησία Του" Αρχιμ. Νεκταρίου Αντωνόπουλου, Εκδ. Ακρίτας)





Γεροντας Παίσιος:Ποιος είναι ο «θεός» τελικά των Ινδουιστών; Ποιος είναι ο «θεός» τους τελικά;

πηγη: http://www.impantokratoros.gr

Η ΣΥΝΑΝΤΗΣΗ ΜΕ ΤΗ ΣΟΥΑΜΙ ΓΙΟΓΚΑΜΟΥΓΚΑΝΑΝΤΑ


Εκείνη την περίοδο η ζωή μου επηρεαζόταν από πολλούς παράγοντες. Πολύ δυνατή επίδραση είχε η προσευχή του Γέροντα Παίσιου, που την ένοιωθα διάφορες στιγμές (το βράδυ όταν κοιμόμουν, την ημέρα όταν περπατούσα στο δρόμο) να πλημμυρίζει με ειρήνη την ταραγμένη μου ψυχή, να μου χαρίζει μια όαση χαράς μέσα στο βαθύ μου πόνο και κάποια διαύγεια και ηρεμία στη ζούγκλα των σκέψεών μου. Ένοιωθα παρηγοριά, μια δύναμη να με στηρίζει και αποκτούσα σιγά - σιγά κάποια ελπίδα που με απομάκρυνε από το αδιέξοδο και την αυτοκαταστροφή.
Από την άλλη μεριά δεν είχα σταματήσει τις παλιές κακές μου συνήθειες, που με τα χρόνια είχαν γίνει πάθη, που άπλωσαν βαθειές και δυνατές ρίζες στην ψυχή μου. Με τραβούσαν από τη μύτη.
Προσπαθούσα να γεμίσω το κενό της ζωής μου με ύλη και φιλοσοφίες....όμως διαρκώς το κενό μεγάλωνε και η αγωνία φούντωνε...Το μυαλό δούλευε πυρετωδώς, για να βρει τις απαντήσεις, τη διέξοδο...Βιβλία... πολλά βιβλία....πολύ διάβασμα, πολλή σκέψη. Φιλοσοφίες, απόψεις...μουσική, τέχνη...όμως κανένα αποτέλεσμα, καμία λύση, καμία διέξοδος.
Ο γέροντας* μου έδειχνε πράγματα. Πράγματα μεγάλα και θαυμαστά! Πραγματικά σημαντικά και υπέροχα. Δε μου μιλούσε με λόγια, μου χάριζε βιώματα!! Ακουμπούσε την ψυχή μου με την ψυχή του, μας έδενε η καυτή ολόγλυκεια αγάπη του και μου «χάριζε» τα πνευματικά του μάτια, για να «δω» την καρδιά του, για να νοιώσω.
Και έτσι άρχισε να ανοίγει λίγο - λίγο το πυκνό σύννεφο της άγνοιας που με τύλιγε. Ο κόσμος αποκαλυπτόταν με ένα μυστηριώδες βάθος και πλούτο. Η ζωή αποκτούσε νόημα, δεν πλήγωνε όπως η ηδονή. Η γνώση της ύπαρξης αυτών των πραγμάτων ήταν μια άλλου είδους ηδονή. Μια αληθινή ηδονή που δεν τελείωνε, που γινόταν συνεχώς βαθύτερη και εντονότερη, που όταν αποσυρόταν, άφηνε πίσω της χαρά και όχι θλίψη. Αυτή ήταν η πνευματική ηδονή.
Ήμουν και εξακολουθώ να είμαι με άλλον τρόπο, μέχρι σήμερα, βουτηγμένος σε μια αίσθηση μυστηρίου. Τα σύννεφα, τα πουλιά, ο ήλιος, τα δέντρα, οι βράχοι, τα ζώα, η θάλασσα, οι άνθρωποι, όλος ο κόσμος ήταν ένα πλούσιο μυστήριο. Το πιο μεγάλο και πιο κοντινό μυστήριο ήταν ο ίδιος μου ο εαυτός. Μου φαινόταν τόσο θαυμαστός και τόσο άγνωστος. Τι έκρυβε ο κόσμος; Τι έκρυβε η ψυχή; Μυστήριο! Αισθανόμουν ότι ήταν πραγματικά σημαντικά και ήθελα να τα γνωρίσω.
Αισθανόμουν ότι όλα βρίσκονται κάτω από έλεγχο. Μια κρυφή, αόρατη δύναμη τα κυβερνούσε. Σαν αντάρτης που ήμουν τότε, αναρχικός στις ιδέες μου, ήθελα να ξεφύγω απ' αυτόν τον έλεγχο, απ' αυτήν τη δύναμη.
Εκτός από το Γέροντα* δεχόμουν επιδράσεις και από αλλού. Η άσωτη ζωή μου με εξέθετε σ' αυτές τις επιδράσεις. Το ενδιαφέρον μου για τον αποκρυφισμό, τον εσωτερικό, τη «λευκή» μαγεία, τη γιόγκα, το Ζεν, το Βούδα, όλα τέλος πάντων τα συναφή δεν είχε μειωθεί. Ούτε είχα μια ξεκάθαρη άποψη για όλα αυτά. Μου φαινόντουσαν σημαντικά, ελπιδοφόρα. Πραγματικά που θα βοηθούσαν τη ζωή, θα αποκάλυπταν τις δυνατότητες της αληθινής ζωής. Οι υποσχέσεις ήταν πολλές και μεγάλες...Τις πίστευα...

Βέβαια ο γέροντας με είχε προειδοποιήσει.

«-Κοίταξε, παιδί μου, υπάρχουν δύο δυνάμεις στον κόσμο. Ο Θεός και ο Διάβολος. Εξαρτάται με ποιον συγγενεύει κανείς. Εγώ είμαι με το Θεό, με το Χριστό. Αυτοί με ποιον είναι; ΄Εχει και ο Σατανάς «δύναμη». Κάνει και αυτός κάτι «ψευτοθαύματα». Ήταν αρχάγγελος και διατηρεί τη δύναμή του ως αρχάγγελος. Τα δώρα του Θεού είναι αμετάκλητα, βλέπεις».
Ο Θεός έπλασε τον αρχάγγελο Εωσφόρο και τον στόλισε μ' όλες τις αρετές και με πολλές δυνάμεις. Αυτός διέστρεψε τον εαυτό του.
Έκανε κακή χρήση της ελευθερίας που του χάρισε ο Θεός, λόγω υπερηφανείας, και έπεσε από τη θέση του στον ουρανό. «Εθεώρουν τον Σατανάν ως αστραπήν εκ του ουρανού πεσόντα» καθώς λέει ο Χριστός στο Ευαγγέλιο (Λουκ. 10,18). Έπεσε και έγινε Διάβολος. 'Επεσε και από φως έγινε σκοτάδι. Εφεύρε την κακία και το ψεύδος για πρώτη φορά. Γι' αυτό και ο Χριστός τον ονομάζει «πατέρα του ψεύδους» ( Ιω.8,44). (Πριν απ' αυτόν δεν υπήρχε πουθενά στον κόσμο κακία. Ο Θεός δημιούργησε τα πάντα «λίαν καλά»). Ο διάβολος μισεί τους ανθρώπους, γιατί είναι προορισμένοι να έχουν θέση κοντά στο Θεό, μισεί τους ανθρώπους, γιατί μόνο μίσος έχει μέσα του για κάθε τι.
Πολεμάει τώρα αυτός να χωρίσει με κάθε τρόπο, ψέμα, πλάνη, δόλο, σκέψη, πράξη τον άνθρωπο από το Θεό: Να τον απομακρύνει από το φως και να τον φέρει στο σκοτάδι, στην εξουσία του. Υπάρχουν άνθρωποι που έχουν μπει στην υπηρεσία του και μέσω αυτών ενεργεί διάφορα ψευτοθαύματα.
Τα είχα ακούσει όλα αυτά, αλλά δεν τα πίστευα. Ούτε τα είχα απορρίψει ούτε τα είχα δεχθεί. Αυτήν τη φορά οι απόψεις αυτές προέρχονταν από έναν άνθρωπο τόσο καλό και τόσο γλυκύ που δεν μπορούσα να τον θεωρήσω ύποπτο. Είχα δει τόσα και τόσα θαύματα απ' αυτόν, τόσες δυνάμεις, τόσες γνώσεις, τόση αγιότητα που δεν μπορούσα να περάσω στο ντούκου την άποψή του, δεν μπορούσα να τον αγνοήσω. Ήμουν μετέωρος.
Από την άλλη μεριά υπήρχε η άποψη ότι όλοι είμαστε το ίδιο. Όλες οι θρησκείες οδηγούν στον ίδιο Θεό. Όλοι οι δρόμοι οδηγούν στο ίδιο τέλος. Φυσικά ο καθένας διαφήμιζε περισσότερο το δικό του «μαγαζί».Οι γιόγκοι έλεγαν ότι ο ανώτερος δρόμος είναι η γιόγκα και έβρισκαν κουσούρια στους άλλους. Οι μασόνοι κάτι είχαν να πουν για τους υπόλοιπους, αναδεικνύοντας στο τέλος τους εαυτούς τους ως τους σοφότερους και καλύτερους. Οι «λευκοί» μάγοι έλεγαν ότι εμείς ταιριάζουμε καλύτερα στην ψυχοσύνθεση του δυτικού ανθρώπου και ότι η γιόγκα είναι για τους ανατολίτες, άρα έλα σε μας, και πάει λέγοντας. Εκεί που όλοι τους φαίνονταν να συμφωνούν είναι ότι η Εκκλησία είναι ένα πράγμα νεκρό, χαζό, αξιολύπητο απολίθωμα, που δεν έχει γνώση, δύναμη, ζωή. Γενικά όμως άλλαζαν τις απόψεις τους ανάλογα με το συζητητή και την περίσταση. Κοιτούσαν ποιο ιδεολογικό πουκάμισο είναι στη μόδα σήμερα και το φορούσαν. Βέβαια δεν τα είχα αντιληφθεί πολύ νωρίς αυτά τα παιχνίδια προσηλυτισμού, ως ίσως όφειλα. Αλλά ήμουν βασικά απονήρευτος μέσα σ'όλη αυτήν τη διαφθορά. Περίεργο μεν, αλλά έτσι συνέβαινε.....

......Μία από τις επόμενες μέρες πήγα. Πήρα το αυτοκίνητο και ανέβηκα στη βίλα του Πανοράματος, όπου στεγαζόταν τότε το άσραμ. Η μέρα ήταν ηλιόλουστη και το γρασίδι στεγνό. Στην πίσω αυλή καθόταν η Σουάμιτζι με μία ινδή σουάμι (=γιόγκι μοναχή). Η ξένη επισκέπτρια ήταν μελαχροινή με κοντά μαλλιά, όμορφη. Οι υπόλοιποι κάτοικοι του άσραμ περιφερόντουσαν γύρω τους σε μια απόσταση. Έψαχναν ευκαιρία να γνωρίσουν και να συνομιλήσουν με την «πνευματικά πολύ προοδευμένη» Ινδή σουάμι.
Όταν ήθελα, λόγω των πολλών συναναστροφών μου, ήμουν άνετος τύπος. Δεν ξέρω πως μου ήρθε και λέω, χαριτολογώντας.

-Στον ουρανό σε γύρευα και στη γη σε βρήκα.
Έσκυψε η Ινδή και ρώτησε τη Σουάμιτζι, τη Σιβαμούρτι, στα αγγλικά:
-Τι είπε;
Της εξήγησε....Τη Σιβαμούρτι έψαχνα να βρω, όταν ανέβηκα.

Με τη Σιβαμούρτι δεν είχα ούτε αντιπάθειες ούτε συμπάθειες. Την είχα απομυθοποιήσει από την πρώτη φορά που την είχα δει. Στο ίδιο άσραμ στο παρελθόν περίμενα να τη δω. Όλος ο εκεί πληθυσμός περίμενε με ανυπομονησία την έξοδό της από το δωμάτιο. Μου φαινόταν λίγο χαζή η συμπεριφορά τους. Τα περισσότερα ήταν νεαρά άτομα. Βγήκε ξαφνικά από το δωμάτιο, όλο μεγαλοπρέπεια. Σαν βασιλιάς που βγαίνει να τον δοξάσουν οι υπήκοοί του, καθώς θα μοιράζει τα δώρα και τη εύνοιά του. Μόνο που αυτή είχε περισσότερο ανάγκη το θαυμασμό τους. Μου φάνηκε σαν κακοπαιγμένο θέατρο η ιστορία. Μου έριξε ένα λοξό σύντομο βλέμμα. Δεν ανταποκρίθηκα στο ρόλο του θαυμαστή, όπως ανέμενε το περιβάλλον, αλλά και η ίδια. Τους κοίταξα για λίγο και συνέχισα ν' ασχολούμαι με τα σχέδιά μου. Δε με αφορούσε αυτό το θέμα. Το έργο ήταν στημένο στα μάτια μου.
Κάποια άλλη φορά μου «είχαν κάνει την τιμή» να μου προτείνουν να μεταφέρω με το αυτοκίνητό μου στο αεροδρόμιο τη Σιβαμούρτι, και έτσι θα είχα τη «μεγάλη ευκαιρία να βοηθηθώ από την πνευματική αύρα της μεγάλης γιόγκι». Βρήκα μια δικαιολογία και αρνήθηκα. Έπαιζε ένα παιχνίδι εξουσίας, το ίδιο άσχημο όπως όλα τα παιχνίδια εξουσίας. Εγώ δεν ήθελα να το στηρίξω με τη συμμετοχή μου. Θα γινόμουν έτσι συνυπεύθυνος.
Είχα πάει αρκετές φορές στο άσραμ, γιατί ήθελα μερικές γνώσεις, μερικές απόψεις τους. Αυτή ήταν η σχέση μου με το άσραμ και την αρχηγό τους.
Κάθισα δίπλα τους, με κάποια άνεση, αφού δεν δεσμευόμουν όπως οι υπόλοιποι από κάποια σχέση ανώτερου προς κατώτερο, μαθητή προς δάσκαλο. Πιάσαμε την κουβέντα, περιέργως όχι με τη Σιβαμούρτι αλλά με την Ινδή. Η Σιβαμούρτι περιορίστηκε να μεταφράζει, όταν μας δυσκόλευαν τα αγγλικά. Συζητούσαμε ώρα πολλή, γεγονός που προκάλεσε βλέμματα ζήλειας και περιέργειας από τους περιφερόμενους.
Προφανώς η ινδή γιόγκι είχε θεωρήσει σημαδιακό το χαιρετισμό μου. Είπαμε πολλά. Της ανέφερα μερικά από αυτά που μου συνέβαιναν, τις απορίες μου, για το ποιος είμαι; Για το τι συμβαίνει στον κόσμο; Για το όραμα και τα υπόλοιπα από το γέροντα Παίσιο.

-Είναι η ώρα να βρεις τον γκουρού σου μου απάντησε. Εγώ είχα αυτές τις απορίες από τότε που ήμουν 5 χρονών παιδί.
-Πως είναι δυνατόν ένα παιδί να έχει τέτοιες απορίες; απόρησα.
-
Από τις προηγούμενες ζωές του, ήρθε η απάντηση.

Σκαλώσαμε εδώ. Σκέφτηκα το γέροντα, τους μοναχούς...αυτά τα θεωρούσαν λάθος. Δεν υπάρχουν προηγούμενες ζωές. Ο άνθρωπος έχει αρχή και όχι τέλος, σύμφωνα με την ορθοδοξία. Είναι αθάνατος, αλλά έχει αρχή. Στη γέννησή του δημιουργείται ένα καινούργιο πρόσωπο που θα υπάρχει αιώνια. Μετά το θάνατο καταστρέφεται το σώμα, η ψυχή παραμένει συνειδητή ως πρόσωπο, ως Κώστας, ως Μαρία, και περιμένει κοντά στο Θεό την ανάσταση των νεκρών, που όλοι μας θα αποκτήσουμε ξανά πίσω τα σώματά μας. Αυτά τα σώματα θα μοιάζουν με το σώμα του αναστημένου Ιησού. Σώματα ένδοξα, αιώνια, άφθορα, χωρίς αρρώστια, πείνα, δίψα, ύπνο. Σώματα που κυριαρχούν στην ύλη και τους νόμους της. Σώματα πνευματικά. Όπως το σώμα του Χριστού, που περνούσε τις κλειστές πόρτες, που αναλήφθηκε στους ουρανούς, που ζωοποιήθηκε με την ανάσταση. «Πρωτότοκος των νεκρών εγένετο» ο Χριστός, και θα ακολουθήσει ολόκληρη η ανθρωπότητα, από τον πρώτο άνθρωπο, τον Αδάμ, μέχρι τον τελευταίο. Θα γίνουμε Θεοί κατά χάριν, με τη δύναμη του Θεού και τη δική μας προαίρεση. Δεν μπορούμε να κλέψουμε τη θέωση, ούτε να την «κατορθώσουμε» με αλλαζονικές προσπάθειες που στηρίζονται στις ανθρώπινες δυνάμεις. Η θέωση είναι δώρο της αγάπης του Θεού, που δεν ντράπηκε να γίνει όμοιός μας, για να μας ανοίξει το δρόμο που έκλεισε ο άνθρωπος. Είναι δώρο του Θεανθρώπου Χριστού που μας αποκαλεί αδελφούς Του «όστις γαρ αν ποιήσει το θέλημα του Πατρός μου του εν ουρανοίς, αυτός μου αδελφός και αδελφή εστίν» (Ματθ.12,50).

Ο Εωσφόρος και αυτός τη θέωση επεθύμησε. Προσπάθησε να γίνει Θεός με κλεψιά και έγινε...Διάβολος. Ο Αδάμ στον παράδεισο τη θέωση επεθύμησε. Αλλά θέλησε να την αποκτήσει χωρίς το Θεό, παραβαίνοντας τους νόμους του Θεού και...καταστράφηκε. Έγινε από αθάνατος θνητός και παρέσυρε στην πτώση του την ανθρώπινη φύση και έτσι η ανθρώπινη φύση έχασε τη δόξα και τη δύναμή της και καταδυναστεύεται από το διάβολο, στη συμβουλή του οποίου υπήκουσε. Αυτά σκέφτηκα μέσα μου αστραπιαία.

-Γιατί οι μοναχοί λένε ότι είσαστε με το Διάβολο; ρώτησα.
-Αυτοί δε γνωρίζουν. Βρίσκονται σ' ένα κατώτερο επίπεδο.
-Όχι! Όχι! απάντησα. Δε βρίσκονται σε κατώτερο επίπεδο. Ξέρουν πολλά πράγματα.

Είχα στο νου μου το γέροντα. Είχε πιάσει από το χέρι έναν γενετής παράλυτο και τον έκανε βόλτα περπατώντας γύρω από την καλύβα. Είχε σταυρώσει έναν καρκινοπαθή στο στήθος που του είχαν αφαιρέσει τα Ύ από τα πνευμόνια του και του έλεγαν οι γιατροί ότι θα πεθάνει σε δυο βδομάδες, και τον είχε κάνει καλά. Μου έλεγε πράγματα που συνέβαιναν στο μέλλον. Τάιζε αρκούδες με το χέρι. Η φύση τον υπάκουε. Έβλεπε και συνομιλούσε με αγίους, αγγέλους, την Παναγία. Βρισκόταν σε μακρινά μέρη χωρίς να ταξιδεύει, και την άλλη στιγμή στο καλύβι του. Και δεν ήταν όλα αυτά που με έκαναν να φωνάξω όχι...Ήταν κάτι άλλο, βαθύτερο, πιο κρυφό... Ο Γέροντας ήταν Θεοφόρος. Κουβαλούσε το Θεό μέσα του. Στην καρδιά του, στην ψυχή του. Γύρω του ξεχυνόταν η Χάρις του Θεού που ο καθένας μας την καταλάβαινε σε διαφορετική ένταση και βάθος. Σ' αυτόν έβρισκαν εφαρμογή τα λόγια του Χριστού «εάν τις αγαπά με, τον λόγον μου τηρήσει, και ο πατήρ μου αγαπήσει αυτόν, και προς αυτόν ελευσόμεθα και μονήν παρ' αυτώ ποιήσωμεν» (Ιω.14,23). Ο Θεός είχε κάνει «σπίτι» του (μονήν) την καρδιά του γέροντα. «ο μένων εν εμοί καγώ εν αυτώ, ούτος φέρει καρπόν πολύν» (Ιω.15,5 ). Οι καρποί του γέροντα ξεχείλιζαν στις χιλιάδες ανθρώπων που τον επισκέπτονταν. Ο καθένας έλεγε την ιστορία του μετά με ευγνωμοσύνη.

Αυτά υπήρχαν μέσα μου, αλλά δεν τα είχα ξεκάθαρα στο νου μου, ούτε τα είχα συνειδητοποιημένα όπως τώρα. Αυτά με έκαναν να φωνάξω « Όχι!».

-Δεν υπάρχει Διάβολος και Θεός. Βρισκόμαστε πίσω, πέρα από το καλό και το κακό. Τι είναι κακό; Τι είναι αμαρτία; επέμενε αυτή.
-Όταν βλάψεις, πονέσεις, στενοχωρήσεις, σκοτώσεις κάποιον άλλο άνθρωπο ή τον εαυτό σου, αυτό είναι αμαρτία, απάντησα.

Η κουβέντα σταμάτησε σ' αυτήν τη διαφωνία. Σηκωθήκαμε και πήγε ο καθένας αλλού.
Μετά από κάμποση ώρα ήμουν ακόμη στο άσραμ. Είχα βρει κάποιους γνωστούς μου εκεί. Είχα μείνει μόνος κάποια στιγμή, όταν με πλησίασε ξανά η Γιογκαμουγκανάντα.

-Εσύ με ποιον είσαι; με ρώτησε κατευθείαν.
-Εγώ είμαι πέρα από το καλό και το κακό, απάντησα παιχνιδιάρικα.
Σοβάρεψε πολύ.
Αν υπήρχε μόνο Θεός και Διάβολος, εσύ με ποιον θα πήγαινες; ρώτησε κοιτάζοντάς με έντονα.

-Οι καλόγεροι λένε πως εσείς είστε με το Διάβολο; είπα.
-So what? ( Λοιπόν, τι;), απάντησε.

Λεκτικά, συντακτικά αν το εξετάσει κανείς, η απάντηση είναι διφορούμενη. Μπορεί να σημαίνει «Τι κι αν λένε οι καλόγεροι;» ή «τι κι αν είμαστε με το Διάβολο;». Όμως ο τρόπος που τα είπε δεν ήταν μόνο ερώτηση, ήταν πρόκληση και πρόσκληση ταυτόχρονα. Μια ομολογία και μια πρόσκληση στην παρέα. Υπήρχε μία ερωτική έλξη ανάμεσά μας. (Τάντρα;)
Να, είμαστε με το Διάβολο και περνάμε καλά! Μαγκιά μας! ΄Ελα και συ! Τι έγινε; Τι φοβάσαι;
Αυτό ήταν το συνολικό μήνυμα που έλαβα εγώ μέσα από μη λεκτικά κανάλια. Από τη στάση του σώματος, από το βλέμμα, από τη χροιά της φωνής, από τη διαίσθηση της ψυχής.
Δε γνωρίζω με ποιον τρόπο ταυτόχρονα διήγειρε την ψυχή μου. Ένα μεγάλο ξαφνικό κύμα επιθυμίας όρμησε κατά πάνω και με προκαλούσε, με ωθούσε ν'απαντήσω « Είμαι με το Διάβολο».
Ξαφνιάστηκα, τα έχασα από την απρόσμενη αυτή επίθεση. Βρέθηκα ξαφνικά να προσπαθώ πάνω στη σανίδα της λογικής μου να ισορροπήσω σ' αυτό το τεράστιο κύμα της επιθυμίας που κόντευε να με καταπιεί. Ταυτόχρονα ζούσα κάτι πρωτόγνωρο και προσπαθούσα να το καταλάβω, να μάθω τι μου γινόταν. Ήταν και η έκπληξη από την εκδήλωση αυτή της δύναμής της. «Ώστε είχε κάποιες δυνάμεις!» σκέφτηκα. «Έπρεπε να είμαι προσεκτικός μ'αυτήν». Συνέβαιναν πολλά πράγματα ταυτόχρονα και ξαφνικά. Καθόταν μπροστά μου και με κοίταζε γεμάτη ένταση. Είχε γίνει ένα βλέμμα.
Κατόρθωσα να κυριαρχήσω πάνω σ'αυτήν την άλογη κίνηση της ψυχής μου, να μην υποκύψω και να πω αυτό που όντως είχα μέσα στο νου μου.

-Είμαι με το Θεό, απάντησα.

Ήθελα να συνεχίσω, αλλά το πρόσωπό της σκοτείνιασε ξαφνικά. Θυμός ήταν; απειλή ήταν; μίσος ήταν; Δεν πρόλαβα να ξεχωρίσω, γιατί έκανε απότομη μεταβολή, χωρίς να πει κουβέντα και έφυγε. Από τότε δεν την ξαναείδα...

Μ' έναν περίεργο τρόπο δεν κάθισα να βγάλω τα συμπεράσματα απ' αυτήν τη συνάντηση και τη στιχομυθία παρά χρόνια αργότερα, όταν ήδη μου ήταν γνωστά. Αν το είχα κάνει τότε, ίσως να είχα γλυτώσει από πολλές ταλαιπωρίες.
Αργότερα έμαθα κι άλλα πράγματα γι' αυτήν. Ήταν από μικρή μαθήτρια του Γκουρού. Έκανε ένα ταξίδι σ' όλο τον κόσμο, γυρίζοντας από άσραμ σε άσραμ, δίνοντας διαλέξεις και μαθήματα πάνω στη Γιόγκα. Τη θεωρούσαν πολύ προχωρημένη. Υψηλού επιπέδου. Ήταν από τις στενές μαθήτριες του Σατυανάντα. Αυτήν τη φήμη είχε και στο κεντρικό άσραμ της κίνησης, στο Μουνγκύρ της Ινδίας, όπως διαπίστωσα, όταν πήγα εκεί, λίγους μήνες μετά.
Έδωσε διαλέξεις και έκανε μαθήματα και στην Ελλάδα.

* Γέρων Παΐσιος ο Αγιορείτης

Η ΑΠΙΣΤΙΑ ΤΟΥ ΘΩΜΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΝΑΣΤΑΣΗ ΤΟΥ ΚΥΡΙΟΥ!

Στο ωραιότατο απόσπασμα του Ευαγγελίου του Ιωάννη που ακούμε αρχικά στον Εσπερινό του Πάσχα, γνωστό και ως Εσπερινό της Αγάπης κάνουμε ένα σοβαρό λάθος. Κατευθύνουμε την προσοχή μας στο παρεμπίπτον περιστατικό της απιστίας του Θωμά και πλάθουμε γύρω από αυτή την υπόθεση ανώγια και κατώγια. Δεν την επικεντρώνουμε, καθώς θάπρεπε, στο πρωταρχικό, κυρίαρχο και απόλυτο γεγονός της παρουσίας του Αναστημένου που αλλάζει όλα τα δεδομένα. Ούτε λόγο για τη δωρεά της ειρήνης του στους μαθητές και της χάρης του Πνεύματος του Αγίου, λόγο που δεν παραλείπει να συνοδεύσει με την ευθύνη του σταυρού της αποστολής τους. Ίσως γιατί είμαστε αμάθητοι να σηκώνουμε στον ώμο πραγματικό σταυρό, σταυρό του Χριστού και μαθημένοι να εφευρίσκουμε μικροάλλοθι και «προφάσεις εν αμαρτίαις».

Δεν προσέχουμε ότι εκείνες τις ώρες η απιστία δεν είχε χτυπήσει μόνο την πόρτα της ψυχής του Θωμά, αλλά και των υπόλοιπων δέκα, ακόμα και αυτή του ευρύτερου κύκλου των γύρω από το πρόσωπο του Χριστού ανθρώπων. Ο Σταυρός του και ο θάνατός του που τον ακολούθησε είχε λειτουργήσει καταλυτικά μέσα τους, είχε προκαλέσει κατάρρευση σαν από σεισμό πολλών ρίχτερ, θαρρείς, συθέμελα τις χθεσινές ακόμα διαβεβαιώσεις του ότι σε τρεις μέρες θα αναστηθεί, αλλά και όσα είχαν ζήσει τρία χρόνια κοντά του.

Το πιο σπουδαίο όμως, ίσως και το χειρότερο, είναι ότι δεν προσέχουμε καθόλου εκείνο το, «ότι εώρακάς με πεπίστευκας» με το οποίο ο Χριστός απορρίπτει ουσιαστικά τον τύπο αυτό της πίστης του Θωμά συνακόλουθα και των άλλων δέκα. Όπως επίσης δεν προσέχουμε τη θαυμάσια συνέχεια του λόγου του, «μακάριοι οι μη ιδόντες και πιστεύσαντες» με την οποία εγκαινιάζει μια πίστη άλλης μορφής, μια πίστη που θα κάλυπτε σε λίγο και τους μαθητές και όσους θα τον ακολουθούσαν στο πέρασμα των αιώνων. Για τούτο και δεν καταπιανόμαστε με την πίστη αυτής της μορφής, ούτε και εξετάζουμε που θα τη βρούμε.

Σπεύδω να εξηγήσω τι θέλω να πω. Και αρχίζω από το πρωταρχικό, κυρίαρχο και απόλυτο γεγονός της παρουσίας του Αναστημένου που αλλάζει όλα τα δεδομένα. Και η αλλαγή αυτή φαίνεται καθαρά από εκείνο το: «εωράκαμεν τον Κύριον» με το οποίο «οι άλλοι μαθηταί» πληροφορούν το Θωμά για την συνάντησή τους με τον Αναστάντα Κύριο από την οποία έλειπε αυτός και του μεταφέρουν τη χαρά τους. Και που με όλα κατά βάθος είναι σαν να του λένε, «ξαναπήγε στον τόπο της η καρδιά μας», σαν να τον κοινωνούν με μια τέτοια αίσθηση.

Αλλά, εικόνα και γεύση, κάποιοι θα έλεγαν προτύπωση, όχι μόνο απλή ενημέρωση, των συνταρακτικά δραματικών όσο και θαυμαστών και παράδοξων που θάβρισκαν το Χριστό τους είχε δοθεί. Και ήταν τότε που «ην εναντίος ο άνεμος», κι αυτοί παράδερναν στα ανοιχτά τις λίμνης Γενησαρέτ, «σταδίους πολλούς από γης», σε δεινή θαλασσοταραχή πάνω σ'; ένα καραδότσουφλο πλοιάριο, «βασανιζομένων υπό των κυμάτων».

Και, «τη τέταρτη φυλακή της νυκτός», ένας περίπατος του Χριστού πάνω στ'; αφρισμένα κύματα της γενικής θύελλας στάθηκε αρκετός να κοπάσει τον άνεμο και να γαληνέψει με τη θάλασσα και τη ψυχή τους.

Το ανάλογο στη φυσική του μεγέθυνση τους είχε τώρα συμβεί. Η τρικυμία όμως από το Σταυρό και το θάνατο του Χριστού είχε λειτουργήσει μέσα τους καταλυτικά, είχε επενεργήσει σαν σεισμός τεκτονικός που τα είχε γκρεμίσει όλα. Είχε κάνει να λησμονηθούν όχι μόνο οι πρόσφατες διαβεβαιώσεις του πως θα αναστηθεί, αλλά και όσα θαυμάσια και θαυμαστά είχαν ακούσει και δει κοντά του τρία ολόκληρα χρόνια.

Για τούτο έγκλειστοι σε σπίτι φιλικό «δια τον φόβον των Ιουδαίων» φτάνουν να αρνούνται να πιστέψουν το χαρμόσυνο άγγελμα, «Ανέστη ο Κύριος» που τους κομίζουν ασθμαίνουσες πλην περιχαρείς οι Μυροφόρες, οι «από θέας γυναίκες ευαγγελίστριαι» του Υμνογράφου της Εκκλησίας. Θεωρούν το μέγιστο αυτό άγγελμα παραλήρημα αφελών γυναικών, «εφάνησαν ωσεί λήρος τα ρήματα ταύτα», και δεν τις πιστεύουν, «και ηπίστουν αυταίς».

Αλλά και οι δύο της πορείας προς Εμμαούς που συμπορεύονται τόση ώρα με τον Αναστάντα ανάμεσά τους, φτάνουν να του πετούν κατά πρόσωπο την μαύρη τους απελπισιά πως χάθηκαν όλα πια με Κείνον που, «ημείς δε ηλπίζομεν ότι αυτός εστίν ο μέλλων λυτρούσθαι τον Ισραήλ».

Αυτά οφείλουμε να τα διαβάζουμε προσεκτικά, σχεδόν σαν να ακούμε να ηχούν στα αυτιά μας, για να πιάνουμε το σφυγμό των πραγμάτων, την ατμόσφαιρα που επικράτησε εκείνες τις δραματικές ώρες στο στενό και ευρύ κύκλο των ανθρώπων του Χριστού. Για να βλέπουμε πόσο «ανθρώπινα, πολύ ανθρώπινα» ήταν όλα. Για να μπορούμε έτσι να βλέπουμε την κατοπινή διαφορά, τουτέστιν για να κατανοούμε το θαύμα της μεγάλης αλλαγής που έγινε την Πεντηκοστή στα ίδια αυτά τα πρόσωπα, για να ομολογούμε με τον Απ. Παύλο ότι «και τούτο -;δηλαδή, η πίστη- ουκ εξ ημών, Θεού το δώρον»!

Για να καταλαβαίνουμε και το λάθος που κάνουμε κατευθύνοντας την προσοχή μας στο παρεμπίπτον περιστατικό της απιστίας του Θωμά και μη επικεντρώνοντάς την στο πρωταρχικό, το κυρίαρχο, το απόλυτο γεγονός της παρουσίας του Αναστημένου που αλλάζει όλα τα δεδομένα.

Για να βλέπουμε ότι ο Χριστός δεν απέρριψε ουσιαστικά την απιστία του Θωμά, αλλά τον τύπο της πίστης που ήθελε να εισαγάγει, φυσικά και τον ανάλογο των άλλων. «Ότι εώρακάς με πεπιστευκας», του είπε, η πίστη σου δεν είναι πίστη, είναι απλή φυσική θέα! Και η απλή φυσική θέα δεν είναι παρά κοινή διαπίστωση και αίσθηση μιας παρουσίας. Η πίστη όμως είναι ένα βαθύ βίωμα που κρατάει ολοζώντανη μέσα σου μια παρουσία και στην απουσία της και δεν χάνει ούτε λεπτό τα παρεπόμενά της.

Κα τα παρεπόμενά της είναι η αγάπη και η εμπιστοσύνη στο πρόσωπο της απουσίας, πράγματα που αποκτούν ιδιαίτερη ως και απόλυτη αξία όταν την απουσία προκάλεσε θύελλα, διωγμός. Η πίστη του Θωμά και των άλλων εκείνη την ώρα ήταν μια πίστη de facto άχρηστη. Είχε νικηθεί από τον πειρασμό του κήπου της Γεθσημανή, αυτόν που υπονοούσε ο Χριστός όταν τους σήκωσε από τον ύπνο και τους είπε: «Γρηγορείτε και προσεύχεσθε, ίνα μη εισέλθητε εις πειρασμόν». Δεν ξέρει κανείς αν τον άκουσαν. Τα πράγματα όμως έδειξαν πως βγήκε αληθινή η συνέχεια του λόγου, «το μεν πνεύμα πρόθυμον η δε σαρξ ασθενής»!

Γι'; αυτό και κείνο το: «ότι εώρακάς με πεπίστευκας», που απευθύνει τώρα στο Θωμά δείχνοντας και στους άλλους, είναι και κάτι σαν δικαιολογημένο παράπονο και ευδιάκριτη πικρία. Κάτι σαν εκείνο το, «ούτε μίαν ώραν ουκ ισχύσατε γρηγορήσαι μετ'; εμου»! Είναι όμως ο Χριστός που τα λέει αυτά, αυτός που μπορεί να πηγαίνει και παραπέρα. «Μακάριοι οι μη ιδόντες και πιστεύσαντες». Έρχεται μια πίστη άλλης μορφής, αυτή που εγκαινιάζω τώρα, έρχεται η πίστη της δικής μου ευλογίας. Έρχεται η πίστη που θα ενδυναμώσει και σας και όσους δεν θα με έχουν δει στο πέρασμα των αιώνων.

Και εδώ είναι το πιο σπουδαίο που δεν το προσέχουμε, ότι σπέρνει αυτή την πίστη ακριβώς και εκείνη την ώρα στην ψυχή τους. «Ειρήνη υμίν...» τους λέει και προχωρεί: «λάβετε Πνεύμα Άγιον»! Εσείς που κυριολεκτικά έχετε καταρρεύσει, εσείς που στείλατε την πίστη στο πρόσωπό μου περίπατο. Ακριβώς γι'; αυτό! Ιδιαίτερα γι'; αυτό! Ήταν βλέπετε και άνθρωπος ο Χριστός και το ήξερε, δεν τα αντέχει αυτά τα πράγματα η αδυναμία της ανθρώπινης φύσης.

Εκείνο που κρατάει κάποιον πιστό σε πρόσωπα μεγάλης ελπίδας και προσδοκίας είναι η δωρεά της ειρήνης του Χριστού, της χάρης του Πνεύματος του Αγίου. Τουτέστιν η εκπληκτική χωρίς όρους και όρια Αγάπη του Θεού, που αποκαλύφτηκε στο πρόσωπο και στο έργο του Χριστού, αυτή η ανερμήνευτη μεγαλοσύνη της θείας πρωτοβουλίας. Που περιμένει το «ναι» της ελευθερίας της φύσης μας, ένα νεύμα κατάφασης ακόμα και όταν όλα έχουν καταρρεύσει. Ακόμα και όταν έχει βυθιστεί κανείς στα βάραθρα της αμαρτίας. Το διαβεβαιώνει από τον Απόστολο, «ου δε επλεόνασεν η αμαρτία, υπερεπερίσσευσεν η χάρις»!

Περιμένει να ακούσει από τον όποιο άνθρωπο, «σε εμπιστεύομαι Χριστέ, κι ας μη σε έχω ούτε μια φορά αντικρίσει». Εμπιστεύομαι την απεραντοσύνη της Αγάπης, που εσύ μόνο ξέρεις να δείχνεις. «Έρχου, λοιπόν, Κύριε Ιησού Χριστέ» με τα δώρα της ειρήνης και της χάρης σου στύλωσε και τα παραμελημένα γόνατα της δικής μου απιστίας μεταποιώντας την σε πίστη αληθινή.

Αυτά αποκτούν ιδιαίτερο ενδιαφέρον σήμερα που πάει να περάσει η πίστη σαν «γυμναστική του νου», σαν τελικό συμπέρασμα μιας αλυσιδωτής σειράς συλλογισμών. Αυτά αποκτούν ξεχωριστή σημασία σε εποχή μεγάλου κενού και «μεταμοντέρνου χάους». Και είναι τόσο αληθινός ο λόγος του Δανού χριστιανού φιλοσόφου Σαίρεν Κίρκεγκααρτ πως: «ο Θεός δεν είναι μια ιδέα που της αποδείχνουμε, είναι ένα Πρόσωπο σε σχέση με το οποίο ζούμε».

Για τούτο η πίστη που ζητάει να δει «τύπους των ήλων» ή «να βάλει το δάκτυλο στην πληγή της πλευράς του Χριστού», δεν είναι πίστη αληθινή, δεν είναι χριστιανική πίστη, είναι κοινή αίσθηση, απλή γνώση και εμπειρία. Δεν δέχτηκε την ειρήνη του Χριστού, ούτε τη χάρη του Πνεύματος του Αγίου. Δεν τρέφεται με «Σώμα και Αίμα Χριστού», αλλά με τα ξυλοκέρατα που δεν χόρταιναν την πείνα του ασώτου. Για τούτο και δεν έχει «ζωή και περισσόν ζωής», ζωή με το παραπάνω, ζωή που νικάει το θάνατο. Γι'; αυτό μπορεί να βλέπει να γίνονται μπροστά στα μάτια της θαύματα και να τα αποδίδει, καθώς τότε οι Φαρισαίοι στον «Βεελζεβούλ τον άρχοντα των δαιμονίων».

Η πίστη είναι δωρεά της ειρήνης του Χριστού και της χάρης του Πνεύματος του Αγίου και δεν έχει ανάγκη ούτε να δει ούτε να πιάσει κάτι. Βλέπει διάχυτη την αβυσσαλέα αγάπη του Θεού και το λαλεί και το φωνάζει, «κατενόησα τα έργα Σου και εδόξασά Σου την θεότητα»! Την Τριαδική θεότητα που «Αγάπη εστί»! Για τούτο είναι πίστη ζωντανή και μένει ακλόνητη στην απουσία, ιδιαίτερα αν αυτή την προκάλεσε η όποιας μορφής και έντασης θύελλα ή μπόρα. Και έτσι είναι άξια του υπέροχου μακαρισμού του Κυρίου: «Μακάριοι οι μη ιδόντες και πιστεύσαντες».

Η αλήθεια αυτών φαίνεται καθαρά από την στάση των ίδιων αυτών μαθητών μετά την Πεντηκοστή, από την ανάλογη στάση της χρυσής αλυσίδας των μαρτύρων και των αγίων της Εκκλησίας στους αιώνες των αιώνων. Η χριστιανική πίστη είναι δωρεά της ειρήνης του Χριστού, της χάρης του Πνεύματος του αγίου. Δικός μας μερτικό, η απιστία της πίστης μας από την εκπληκτικά εκφραστική κραυγή του πατέρα του δαιμονιζόμενου νέου: «Πιστεύω Κύριε. Βοήθει μου τη απιστία». Και η ολοκλήρωση έρχεται από την ωραία παράκληση των μαθητών: «Κύριε, πρόσθες ημίν πίστιν»!

Από τούτα και στον αρχικό τίτλο, «η απιστία της πίστης μου», και τον υπότιτλο, «είναι η καλύτερη εξομολόγησή μου», δεν έχω να προσθέσω τώρα πια, «είναι και η πιο θερμή προσευχή μου».

Αθανάσιος Κοτταδάκης
Θεολόγος

Η Ζωοδόχος Πηγή !


H εορτή αυτή ανήκει στις λεγόμενες κινητές εορτές του εκκλησιαστικού έτους. Kινητές λέγονται οι εορτές του Tριωδίου και του Πεντηκοσταρίου, που έχουν ως κέντρο την ημέρα του Πάσχα. Tο Tριώδιο (10 εβδομάδες, δηλαδή 70 ημέρες) προηγείται της Kυριακής του Πάσχα, το δε Πεντηκοστάριο (7 εβδομάδες, δηλαδή 50 ημέρες) ακολουθεί. Oι εορτές αυτές ονομάζονται κινητές, γιατί δεν έχουν σταθερά ημερομηνία, εν αντιθέσει με τις άλλες εορτές του εκκλησιαστικού έτους που έχουν σταθερά ημερομηνία και λέγονται ακίνητες. Tών κινητών εορτών η ημερομηνία κάθε χρόνο αλλάζει. Eξαρτάται από την ημερομηνία του Πάσχα. Όταν το Πάσχα είναι πρώιμο, έρχονται και αυτές ενωρίτερα· όταν το Πάσχα είναι όψιμο, αυτές έρχονται αργότερα


.H εορτή της Zωοδόχου Πηγής εορτάζεται την Παρασκευή της Διακαινησίμου, δηλαδή την εβδομάδα που ακολουθεί αμέσως μετά το Πάσχα. Mετά την Aνάστασι είναι η πρώτη εορτή του Πεντηκοσταρίου. Eορτάζεται την ωραία εποχή της ανοίξεως μέσα στο κλίμα της πασχαλινής χαράς και αγαλλιάσεως.

H Zωοδόχος Πηγή είναι μία εορτή πρός τιμήν της Παναγίας. δεν έχει σχέσι με τη ζωή της υπεραγίας Θεοτόκου, όπως οι άλλες γνωστές θεομητορικές εορτές, λόγου χάριν τα Eισόδια, ο Eυαγγελισμός ή η Kοίμησις της Θεοτόκου. H εορτή αυτή έχει σχέσι με τις θαυμαστές επεμβάσεις της Παναγίας πρός σωτηρίαν δυστυχών και ταλαιπώρων ανθρώπων που την επικαλέσθηκαν με πίστι. H Zωοδόχος Πηγή μας υπενθυμίζει τα θαύματα, που έκανε η Παναγία σε ένα ωρισμένο ναό της στον τόπο εκείνο που προκαλεί τη συγκίνησι κάθε Έλληνος.

Στην ομιλία αυτή θα πούμε λίγα λόγια γύρω από το ιστορικό της εορτής.Aπό πού έχει την αρχή της η εορτή της Zωοδόχου Πηγής; H Zωοδόχος Πηγή αρχίζει το πρώτον από μία λεπτομέρεια, μία ασήμαντη θα έλεγε κανείς λεπτομέρεια. Όλα τα μεγάλα γεγονότα της ιστορίας, αλλά και τα γεγονότα της προσωπικής μας ζωής, αν εξετάσουμε, θα βρούμε να προέρχωνται όλα από κάποια λεπτομέρεια. Ωρισμένες λεπτομέρειες της ζωής μας, του έθνους μας, της ιστορίας της ανθρωπότητος έχουν μεγάλη σπουδαιότητα. Ποιά είναι η λεπτομέρεια, από όπου αρχίζει η εορτή της Zωοδόχου Πηγής;

Πρίν από 1500 περίπου χρόνια σε κάποια εξοχή της Kωνσταντινουπόλεως, κάπου εκεί σ’ έναν έρημο δρόμο, ένας δυστυχισμένος άνθρωπος φώναζε «βοήθεια!». Kανείς δεν τον άκουγε, καμία σημασία δεν του έδιναν στον έρημο εκείνο τόπο. Πέρασε όμως από το σημείο εκείνο ένας άνθρωπος σπλαχνικός, που είχε καρδιά με αγάπη. Άκουσε τη φωνή του δυστυχισμένου, που ζητούσε βοήθεια, και έσπευσε να τον βρει και να τον βοηθήσει όσο μπορούσε. Tον βρήκε σε ελεεινή κατάστασι.Ήταν τυφλός και έμενε εκεί. Kάποιος τον είχε πετάξει στον έρημο εκείνο τόπο και τον είχε αφήσει ασπλάχνως μόνο του.

O τυφλός είχε μέρες νηστικός, πεινασμένος και διψασμένος. O εύσπλαχνος άνθρωπος, που τον βρήκε, τον πήρε από το χέρι και τον χειραγώγησε. O τυφλός του λέει·

―Έχω μέρες να πιώ νερό· σε παρακαλώ, νεράκι θέλω.Eκείνος έψαξε. Mπήκε σ’ ένα δάσος. Προχώρησε γιά να βρει πηγή. Δεν βρήκε. Tότε ακούει μια φωνή, μιά μυστηριώδη φωνή

·―Δεν χρειάζεται ν’ αγωνιάς. Tο νερό είναι κοντά. Προχώρει και θα το βρεις.Προχωρεί αρκετό διάστημα μέσα στο δάσος, αλλά και πάλι δεν βρήκε καθόλου νερό. Aκούει ξανά τη φωνή

·―Mην απογοητεύεσαι. Προχώρει και θα βρείς.Προχώρησε λίγο ακόμα μέσα στο δάσος. Kαι τότε εκεί βρίσκει ένα γάργαρο δροσερό νερό. Έδωσε στο διψασμένο να πιει. O τυφλός ήπιε και ευφράνθηκε.Tότε άκουσε πάλι τη φωνή·

―Πλύνε του, λέει, τα μάτια που είναι τυφλά, και τότε θα μάθεις αμέσως, ποιά είμαι εγώ, που κατοικώ εδώ από πολλά χρόνια.Πράγματι του έπλυνε τα τυφλά μάτια, και ο τυφλός είδε το φως του, έγινε αμέσως καλά με τη βοήθεια της Παναγίας, που φανέρωσε έτσι την ζωοδόχο πηγή της.

Aς μην πιστεύουν οι άπιστοι, δικαίωμά τους. Eμείς πιστεύουμε, ότι πέρα της ύλης συμβαίνουν γεγονότα τεράστια, τα οποία εμείς ονομάζουμε θαύματα, οι δε άλλοι τα εμπαίζουν και τα κοροϊδεύουν. Aλλ’ εμείς πιστεύουμε στά θαύματα τα οποία έκανε ο Θεός και η Παναγία.

Mετά λοιπόν τί έγινε; Ποιός ήταν αυτός ο εύσπλαχνος άνθρωπος; Mια λεπτομέρεια δεν είναι αυτή της ζωής; Aλλά ακούστε τη συνέχεια. Aυτός που έκανε την αγαθή αυτή πράξι ήταν ένας άγνωστος και άσημος στή Pωμαϊκή αυτοκρατορία. Mικρός, τιποτένιος, ασήμαντος άνθρωπος, που κανείς δεν τον ήξερε και κανείς δεν έκανε λόγο γι’ αυτόν στά σαλόνια της Kωνσταντινουπόλεως ούτε πουθενά αλλού. Ήταν ένας ταπεινός άνθρωπος μακέλλης στο επάγγελμα, δηλαδή κρεοπώλης. Ήταν ο Λέων. Ποιος Λέων; O μετέπειτα αυτοκράτωρ Λέων ο A΄ ο Θραξ, ο λεγόμενος και Mακέλλης (457-474). Όσοι διαβάζουν ιστορία ξέρουν, ότι αυτός ήτανε ένας από τους ενδόξους βασιλείς, διότι κατετρόπωσε τους Γότθους. Ήταν αγαθός και πράος.

Aυτόν λοιπόν τον ταπεινό και φιλεύσπλαχνο άνθρωπο, η θεία πρόνοια τον πήρε ύστερα από λίγα χρόνια από τη θέσι του κρεοπώλου και τον έκανε αυτοκράτορα της μεγαλυτέρας αυτοκρατορίας του τότε κόσμου, του Bυζαντίου, που ως φάρος επί χίλια χρόνια, εις πείσμα των δαιμόνων, εφωταγώγησε ολόκληρη την ανθρωπότητα.O Λέων, όταν έγινε αυτοκράτωρ, δεν λησμόνησε το περιστατικό αυτό. Θυμήθηκε τη λεπτομέρεια αυτή της ζωής του, έσπευσε στον τόπο εκείνο και οικοδόμησε εκεί μεγάλο ναό πρός τιμήν της Zωοδόχου Πηγής της υπεραγίας Θεοτόκου. Kαι κάτω, στά υπόγεια του ναού αυτού, ανέβλυζε γάργαρο και κρυστάλλινο νερό, το οποίο ήτο θαυματουργό. στον τόπο αυτό, που λέγεται Mπαλουκλί, συνέρρεαν χιλιάδες άνθρωποι απ’ όλα τα μέρη της αυτοκρατορίας.

Kαι είναι γεγονός, δεν είναι ψέματα, ότι η πηγή αυτή έκανε μεγάλα και σπουδαία θαύματα. Aγιασμένο νερό βγαίνει από τη γη και θαυματουργεί. Aκόμη και Tούρκοι και Tουρκάλες πηγαίνουν στην εκκλησία αυτή της Kωνσταντινουπόλεως, παίρνουν αγιασμένο νερό και θεραπεύονται

.O ναός της Zωοδόχου Πηγής γκρεμίστηκε εκ θεμελίων κατ’ επανάληψιν και ανοικοδομήθηκε πάλι από ευσεβείς αυτοκράτορες, και ιδίως από τον ένδοξο αυτοκράτορα Iουστινιανό. O ναός αυτός έχει ιστορία, είναι ιστορικός. Yπάρχει ακόμη και σήμερα. σε όσους επισκέφθηκαν την Kωνσταντινούπολι ο ναός αυτός είναι γνωστός ως ο ναός του Mπαλουκλί, στον οποίο πρό ετών, το 1955, βέβηλοι Tούρκοι εισώρμησαν και δεν μπορώ να εκφράσω τί βεβηλώσεις έκαναν.Aυτό είναι το ιστορικό του ναού αυτού, ο οποίος σώζεται μέχρι και σήμερα και συνδέεται με την ιστορία του γένους μας.

Aδελφοί μου!Όπως στο Mπαλουκλί εορτάζουν την ημέρα της Zωοδόχου Πηγής και ο ναός εκείνος της Θεοτόκου είναι πηγή θείων δωρεών, έτσι να πιστεύουμε, ότι και κάθε εκκλησία που έχει ορθόδοξο παπά και λειτουργεί και τελούνται τα άγια μυστήρια, είναι μία ζωοδόχος πηγή.Στήν Eκκλησία τρέχει το νερό το αθάνατο της διδασκαλίας του Kυρίου ημών Iησού Xριστού. Tο νερό αυτό ξεδιψά. Σβήνει τη μεταφυσική δίψα του ανθρώπου.Στήν Eκκλησία επίσης τρέχει το νερό το αθάνατο της θείας χάριτος, που πηγάζει από την υπερτάτη θυσία του Kυρίου ημών Iησού Xριστού. Tο νερό αυτό θεραπεύει. Δίνει την υγεία στις ανάπηρες και τραυματισμένες ψυχές, διά πρεσβειών της Παναγίας. Aμήν.”

† επίσκοπος Aυγουστίνος

Όταν ΄΄φορτώνουμε'' τα παιδιά με θρησκευτικά καθήκοντα


«Ή γυναίκα μου, βαθιά θρησκευόμενη, συνηθίζει να φορτώνει το μικρό μας αγό­ρι με ένα σωρό θρησκευτικά καθήκοντα, πού φοβάμαι ότι θα οδηγήσουν σε αντίθε­το αποτέλεσμα. "Ετσι δεν είναι;»

Σέ όλα τα πράγματα έχει iσχύ ό σο­φός λόγος των αρχαίων: "πάν μέτρον άριστον". Όταν ξεπερνάμε τα όρια, τότε μπαίνουμε στα χωράφια της υπερβολής, πού προξενεί ζημιά καί κατα­στροφή. Είπαμε καί σε άλλα σημειώματα μας ότι χρειάζεται να δώσουν οί γονείς στα παιδιά τους την ηθική μόρφωση, την «παιδεία καί νουθεσία Κυρίου» πού γρά­φει o Απ. Παύλος. Συστήσαμε την ανάγκη διδασκαλίας στα παιδιά βασικών άρχων της θρησκείας μας, ώστε να διαμορφώ­σουν ανάλογα τον χαρακτήρα τους. "Από το σημείο όμως αυτό, μέχρι του να επι­βάλλουμε στο παιδί φορτία δυσανάλογα προς τίς δυνάμεις του, ή απόσταση είναι μεγάλη καί πρέπει να κάνουμε την απα­ραίτητη διευκρίνιση. Κάθε τι πού είναι υπερβολικό, είναι καί βλαβερό. Πάρτε για παράδειγμα το ζήτημα της τροφής. "Οταν τρως κανονικά, διατρέφεσαι καί εΐσαι υγιής. Όταν κάνεις υπερβολές στο φαγητό καί τρως λαίμαργα καί περισσότερο από ο,τι χρειάζεσαι, ζη­μιώνεις τον εαυτό σου καί αρρωσταίνεις. Το ϊδιο συμβαίνει καί με το θέμα της άγωγής των παιδιών στα θρησκευτικά ζη­τήματα. Δεν πρέπει να ζητάμε από τα παι­διά μας πράγματα πού δεν είναι της ηλι­κίας τους, ούτε να τα κρίνουμε με τα δικά μας μέτρα. Ό καλός παιδαγωγός θα λάβει ύπ' όψιν του την ηλικία καί την αντοχή του παιδιού, καί θα του ζητήσει τόσα, όσα μπορεί να δώσει. "Αν ζητήσει περισσότερα, το παιδί θα αντιδράσει και θα μισήσει την θρησκεία. Ένα παιδί του δημοτικού σχολείου, λ.χ., δεν μπορεί να καταλάβει την Αγία Γραφή διαβάζοντας την στο πρωτότυπο, αν δεν του εξηγήσουμε εμείς με απλά λό­για. Οι γραμματικές του γνώσεις δεν το βοηθούν. Κι όταν εμείς οι μεγάλοι δυσκο­λευόμαστε να μποϋμε στο νόημα της, πως θα έχουμε τέτοια αξίωση από ένα μικρό παιδί; "Επειτα, ένα μικρό παιδί δεν μπορεί να παρακολουθήσει με άνεση μια ιερή ακολουθία πού κρατάει τρεις ώρες. Μοι­ραία θα κουραστεί και η θα αρχίσει να νυ­στάζει ή θα ενοχλεί τους άλλους. Αψυχο­λόγητη και ανεδαφική είναι καί ή απαίτη­ση μερικών γονέων για προσευχή πολύω­ρη του παιδιού τους. Όλα πρέπει να αρχί­σουν με ένα σύστημα καί με μια μέθοδο. Ό Κύριος μας, όταν μιλούσε στους άπλοικούς Ιουδαίους, χρησιμοποιούσε απλά παραδείγματα από τη φυσική ζωή, πού τους ήταν προσιτά. ΟΙ παραβολές ήταν μια παραχώρηση του προς την άπλοικότητα των ακροατών του. Αυτό ήταν το μέτρο της συνέσεως. Καί έτσι πρέπει να φέρο­νται όσοι παιδαγωγοΰν ανθρώπους. Για να μάθει κανείς κολύμπι, δεν πηγαίνει άπ' ευθείας στα βαθειά νερά. Αρχίζει από τα ρηχά καί προχωρεί σιγά-σιγά. Στό παιδί μας θα δώσουμε την πνευμα­τική τροφή πού μπορεί να αφομοιώσει, χωρίς υπερβολές. Παιδιά πού μπήκαν απότομα στα βαθιά νερά της πνευματικό­τητας καί στίς αύστηρότητες των μεγά­λων, αντέδρασαν απότομα καί «κλώτση­σαν» ό,τι μέχρι τότε είχαν κατορθώσει. Κι όταν μεγάλωσαν, έγιναν αντίθετοι, πετώ­ντας μακρυά κάθε δεσμό με την πίστη. Μια αψυχολόγητη ενέργεια οδήγησε στην καταστροφή. Μια καλή μητέρα θα αρχίσει από τίς άπλοϊκότερες περί Θεοϋ ιδέες. Θα διδάξει το παιδάκι της τίς ιερές ιστορίες. Καθώς θα περνάνε οί μήνες, τα χρόνια,παράλληλα θα μπορεί να εισάγει το παιδί σε πολυπλοκότερα προβλήματα, να τοϊ εμφυτεύει καθαρότερες ιδέες. Στό θέμα της μελέτης καί της προσευχής δεν θα πά­ρει τα άκρα. Όταν κουράζεται το σώμα ή ή διάνοια, δεν υπάρχει καρποφορία. Δεν θα το ξεχάσει ποτέ αυτό ή καλή μητέρα παιδαγωγός. Καί θα προσπαθήσει, μιλώ­ντας στο παιδί της για το Θεό καί τη θρη­σκεία, να του δώσει ένα κομμάτι από τον εαυτό της. Καί κάτι άλλο. Δεν πρέπει να έχουμε υπερβολικές αξιώσεις καί από την διαγω­γή των παιδιών μας. Δεν μπορούν να εΐναι αλάθητα, θα τα κρίνουμε στα μέτρα των δυνατοτήτων τους. Όταν έμεΐς πέφτουμε σε λάθη, πώς δεν θα πέσουν εκείνα; "Ας είμαστε περισσότερο ρεαλιστές καί ολιγό­τερο υποκριτές. Τύ τέλειο πρέπει να το αναζητούμε πρώτα στον εαυτό μας, κι ύστερα στους άλλους. Όταν μάλιστα οι άλλοι είναι παιδιά, τότε χρειάζεται μεγα­λύτερη ανοχή, περισσότερη προσευχή και αδιάλειπτη προσοχή. "Έτσι θα τους εξα­σφαλίσουμε τη θεία βοήθεια καί θα αξιο­ποιήσουμε τίς πνευματικές τους δυνάμεις, για την καλλιέργεια του χαρακτήρα τους καί την κατάκτηση της αρετής.
Μακαριστού αρχιεπισκόπου Χριστοδούλου-Διάλογος με τους γονείς''

Παρασκευή, 29 Απριλίου 2011

Ἐγκώμια του Αγίου Γεωργίου: Ψαλλόμενα ἀντὶ τοῦ Κοινωνικοῦ



γκώμια: Ψαλλόμενα ντ το Κοινωνικο

Στάσις γ΄. Α γενεα πσαι

Α γενεα πσαι, μεγαλύνομέν σε, Γεώργιε τρισμάκαρ.

Α γενεα πσαι, σ μακαριομεν, Χριστο τν θλοφόρον.

Φιλομαρτύρων δμος, μνήμην το Γεωργίου, θροισθήτε τελέσαι.

Καππαδόκων χώρα, τιμ ν εφροσύν, τ σπάργανά σου Μάρτυς.

οκούμενη πσα, Γεώργιε σν μνήμην, τελε μετ’ εφρόσυνης.

Θωπεαι τν τυράννων, ο σχύσάν σου κάμψαι, ψυχν γενναίαν Μάρτυς.

Τν θλοφόρων δόξα, Μεγαλομάρτυς πέλεις, Γεώργιε κα κλέος.

φρν τε κα τ θράσος, καθελες τν τυράννων, Γεώργιε γενναίως.

Ερκτν Μεγαλομάρτυς, κα ακισμος πέστης, πρ Χριστο γάπης.

Τροχ κατεσπαράχθης, κα ακισμος πέστης, πρ Χριστο γάπης.

γγελος νισχύων, ξ ορανο κατλθε, θέαμα ξένον ντως.

Βασάνους θλοφόρε, κα πειλς τυράννων, οκ πτοήθης λως.

Κώνειον ποτίσθης, λλ Χριστο δυνάμει, μηδν βλάφθης Μάρτυς.

Νεκρν γειρας Μάρτυς, τ θεί προσευχ σου, κπλήττων τος ρντας.

Χριστς σο φθη Μάρτυς, καθ’ παρ σ θαῤῥύνων, πρς δρόμον μαρτυρίου.

Γλυπτ τς σεβείας, συνέτριψας δυνάμει, Γεώργιε Κυρίου.

Τν αχμαλώτων ύστης, κα φύλαξ ρθόδοξων, Τροπαιοφόρε πέλεις.

Παλαιστίνη χαίρει, Γεώργιε πλουτοσα, σορν τν σν λειψάνων.

θλά σου τ γενναα, ξέστησαν γγέλους, Γεώργιε πολύτλα.

Τν αχμαλώτων ύστης, ταχύτατος τυγχάνεις, Γεώργιε θεόφρων.

Θαυμάτων παραδόξων, πλουτες τν οκουμένην, Τροπαιοφόρε Μάρτυς.

Τν χάριν τν θαυμάτων, εληφας θλοφόρε, βραβεον τν σν θλων.

Τ στίφη φιλεόρτων, τελε σου τησίως, τν μνήμην θλοφόρε.

Σο ξεχύθη χάρις, θαυμάτων ξαισίων, Γεώργιε θεόφρων.

Τν θλητν τ στίφη, τν σν θεόφρων μνήμην, βροτος συνεορτάζει.

Τος τν σεπτήν σου μνήμην, τελοντας θλοφόρε, ῥῦσαι δεινν παντοίων.

δόξα τν Μαρτύρων, λιτας σου περιφρούρει, τος πανηγυριστάς σου.

Κινδύνων πολυτρόπων, υσθείημεν λιτας σου, ο μνδοί σου Μάρτυς.

Δόξα. Τριαδικόν.

τρίφωτε Θεέ μου, λιτας το Γεωργίου, σσον τος σ μνοντας.

Κα νν. Θεοτοκίον.

πρ μν Παρθένε, μετ το Γεωργίου, δυσώπει τν Υόν Σου.